Η Δήμητρα Γναφάκη δεν είναι απλώς μια αθλήτρια του στίβου. Είναι μια διαδρομή.
Μια διαδρομή που ξεκινά από ένα γήπεδο στα Χανιά και φτάνει μέχρι διεθνείς διοργανώσεις, πανελλήνια ρεκόρ, τραυματισμούς, επιστροφές και ένα βλέμμα σταθερά στραμμένο στο μέλλον.
Με ατομικό ρεκόρ 56.14 στα 400μ. με εμπόδια και σταθερή παρουσία τα τελευταία χρόνια στο υψηλό επίπεδο των 56 δευτερολέπτων, συγκαταλέγεται ανάμεσα στις κορυφαίες Ελληνίδες αθλήτριες του αγωνίσματος, με συμμετοχές σε Ευρωπαϊκά και Παγκόσμια Πρωταθλήματα και συνεχή παρουσία στην κορυφή των πανελληνίων διοργανώσεων.
Με αυθεντικότητα, ειλικρίνεια και χωρίς φίλτρα, μιλά για τα πρώτα της βήματα, τις δυσκολίες που τη διαμόρφωσαν, την εμπειρία της Αμερικής, τις στιγμές που λύγισε αλλά και εκείνες που την έκαναν πιο δυνατή. Για τη σχέση με τον προπονητή της, την οικογένειά της, αλλά και για το τι σημαίνει να φοράς το εθνόσημο και να εκπροσωπείς την Ελλάδα.
Σε μια συνέντευξη που δεν μένει μόνο στα αγωνιστικά, αλλά ανοίγει την ανθρώπινη πλευρά του πρωταθλητισμού, η Δήμητρα Γναφάκη μιλά για το «τώρα», τις επιλογές της, τα όνειρά της και τον μεγάλο της στόχο, τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2028.
Μια συζήτηση για τον στίβο, τη δύναμη, την πίστη — και το πώς συνεχίζεις, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν να σε πηγαίνουν πίσω.

Συνέντευξη Στέλιος Κουνδουράκης
Φωτογραφίες Ανδρέας Μαρκάκης

Βρισκόμαστε σε ένα γήπεδο στίβου εδώ στα Χανιά, που φαντάζομαι αποτελεί το δεύτερό σου σπίτι. Πες μας πώς ξεκίνησε όλο αυτό το ταξίδι;
Το πρώτο μου «σπίτι» είναι ουσιαστικά από την πέμπτη δημοτικού. Τότε ήταν η πρώτη φορά που ήρθα σε αυτό το γήπεδο, όταν ένας προπονητής του Κύδωνα, ο κύριος Νίκος, με είδε στο σχολείο και πρότεινε να ξεκινήσω προπονήσεις, γιατί ήμουν πολύ δραστήρια και έπαιζα συχνά με τα αγόρια.
Στην αρχή δεν πήγαινα συστηματικά. Ξεκίνησα σιγά-σιγά, με λίγες προπονήσεις την εβδομάδα, σταματούσα και ξαναγύριζα. Δοκίμασα διάφορα αγωνίσματα — από το μήκος μέχρι το ύψος. Δεν ήμουν ιδιαίτερα γρήγορη τότε, γιατί ήμουν αρκετά αδύνατη και δεν είχα αναπτυχθεί σωματικά, όμως είχα μεγάλο διασκελισμό και μια φυσική κίνηση που φαινόταν ότι μπορούσε να εξελιχθεί.

Ασχολήθηκα με το ύψος μέχρι την πρώτη γυμνασίου και στη συνέχεια ο Μιχάλης Μανουσάκης με κατεύθυνε προς τα αγωνίσματα των δρόμων, ξεκινώντας με τα 300 μέτρα. Στην τρίτη γυμνασίου ήρθε και το πρώτο μου πανελλήνιο μετάλλιο, που ήταν ένα πολύ δυνατό κίνητρο για μένα.
Από εκείνη τη στιγμή «κλείδωσα» στους δρόμους και άρχισα να βλέπω τον στίβο πιο σοβαρά, γιατί μέχρι τότε ήταν απλώς ένα χόμπι για μένα.

Και πότε είναι εκείνη η περίοδος που αλλάζεις αγώνισμα και καταλήγεις στα 400 μέτρα;
Η πρώτη ουσιαστική επαφή με τα 400 μέτρα έγινε στην πρώτη λυκείου, ενώ στη δευτέρα λυκείου μπήκα και στην Εθνική ομάδα στα 400 μέτρα χωρίς εμπόδια. Τα εμπόδια άργησα να τα ξεκινήσω — ουσιαστικά μπήκαν στη ζωή μου στα 19 μου.
Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελα να κάνω εμπόδια. Εκείνη την περίοδο έδινα Πανελλήνιες και ξεκίνησα δειλά να τα δοκιμάζω. Τότε ο προπονητής μου, ενώ είχα ήδη περάσει στα ΤΕΦΑΑ Σερρών και ετοιμαζόμουν να φύγω το επόμενο εξάμηνο, μου πρότεινε να μείνω έναν χρόνο ακόμα και να δουλέψουμε πιο σοβαρά τα εμπόδια, καθώς υπήρχε μπροστά το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Εφήβων Νεανίδων.

Αρχικά μου φάνηκε αρκετά μακρινό και ίσως λίγο… υπερβολικό το ενδεχόμενο να βρεθώ σε ένα Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Ωστόσο, στην πορεία αποδείχθηκε ότι είχε δίκιο. Στην πρώτη μου κιόλας κούρσα στα εμπόδια έκανα χρόνο κάτω από 60 δευτερόλεπτα — κάτι που δεν το πίστευα ούτε εγώ. Ήμουν πολύ χαλαρή, χωρίς ιδιαίτερη πίεση, αφού δεν είχα ακόμα εμπειρία ούτε πολλούς αγώνες.
Έτρεξα περίπου 59.60 και κατάφερα να πιάσω το όριο για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Εκεί, τελικά, κατέλαβα τη 10η θέση στον κόσμο, κάτι που ήταν πραγματικά απίστευτο για μένα εκείνη τη στιγμή.

Περίμενε, να τα πάρουμε λίγο από την αρχή. Πώς ήταν η πορεία σου μέχρι να φτάσεις στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα;
Όλα ξεκίνησαν από το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Εφήβων–Νεανίδων, όπου κατέκτησα την πρώτη θέση και μάλιστα σημείωσα πανελλήνιο ρεκόρ, μόλις στην τρίτη μου κούρσα στο αγώνισμα — είχα προηγουμένως τρέξει άλλες δύο-τρεις φορές.
Αμέσως μετά συμμετείχα στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Γυναικών, όπου κατέλαβα τη δεύτερη θέση και κατάφερα ξανά να κάνω πανελλήνιο ρεκόρ, με χρόνο 58.51.

Στη συνέχεια ήρθε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, όπου προκρίθηκα στα ημιτελικά και έχασα την πρόκριση για τον τελικό για ελάχιστα εκατοστά — κυριολεκτικά για δύο θέσεις. Τελικά κατέλαβα τη 10η θέση στον κόσμο, βελτιώνοντας ξανά το πανελλήνιο ρεκόρ μου σε 58:48.
Είχα στεναχωρηθεί πολύ εκείνη τη στιγμή, γιατί παρότι ήταν η πρώτη μου τόσο μεγάλη διοργάνωση και είχα δώσει τον καλύτερό μου εαυτό, ήθελα πραγματικά να μπω στον τελικό. Παρ’ όλα αυτά, ήταν μια τεράστια εμπειρία για μένα. Για πρώτη χρονιά στο αγώνισμα, το να πετύχω τόσα πράγματα ήταν κάτι πολύ σημαντικό και αποτέλεσε ένα πολύ μεγάλο κίνητρο για τη συνέχεια.

Πες μας για το συναίσθημα του να κερδίζεις ένα μετάλλιο. Πώς ήταν η πρώτη φορά που ανέβηκες στο βάθρο; Τι συναισθήματα είχες;
Νομίζω ότι εκείνη ήταν η στιγμή που άρχισα να το βλέπω πιο σοβαρά. Ήμουν 19 χρονών και τότε συνειδητοποίησα ότι μπορώ να είμαι πραγματικά καλή σε αυτό το αγώνισμα. Εκείνη την περίοδο ήρθαν και τα πρώτα μου μετάλλια — ξεκινώντας από την κατηγορία των νεανίδων και συνεχίζοντας στις γυναίκες, με μια πολύ όμορφη αγωνιστική ροή.
Το συναίσθημα ήταν πραγματικά μοναδικό. Όταν βρίσκεσαι σε τόσο μικρή ηλικία πάνω στο βάθρο, σου δίνει τεράστια δύναμη και αυτοπεποίθηση για να συνεχίσεις. Είναι ένα πολύ ισχυρό κίνητρο, που σε κάνει να πιστεύεις περισσότερο στον εαυτό σου και να θέλεις να πας ακόμα πιο ψηλά.



Τι σημαίνει για τη Δήμητρα Γναφάκη να εκπροσωπεί την Εθνική Ελλάδας και να φορά τα χρώματα της χώρας σε αγώνες εκτός συνόρων;
Είναι ένα τεράστιο συναίσθημα και μια μοναδική εμπειρία για κάθε αθλητή. Το να εκπροσωπείς τη χώρα σου είναι μεγάλη τιμή και σου δίνει μια διαφορετική δύναμη όταν μπαίνεις στον αγώνα.
Νιώθεις ότι δεν τρέχεις μόνο για εσένα, αλλά για μια ολόκληρη ομάδα, για ανθρώπους που σε στηρίζουν και σε παρακολουθούν. Υπάρχει μια προσμονή, μια ευθύνη — όλοι περιμένουν από εσένα το καλύτερο — και αυτό δημιουργεί ένα «όμορφο άγχος». Θέλεις να είσαι σωστή, να δώσεις τον καλύτερό σου εαυτό και να συμβάλεις όσο μπορείς στην ομάδα.
Γενικά, είναι μια εμπειρία που τη χαίρομαι πάρα πολύ. Ιδιαίτερα στη σκυταλοδρομία, όπου το ομαδικό στοιχείο είναι ακόμα πιο έντονο, μου αρέσει πολύ να αγωνίζομαι με την Εθνική ομάδα και να νιώθω αυτή τη συλλογικότητα.



Τρέχεις σε κάποια συγκεκριμένη θέση στη σκυταλοδρομία ή εξαρτάται από τις συνθήκες;
Συνήθως τρέχω στην τρίτη ή στην τέταρτη θέση. Οι περισσότεροι προπονητές επιλέγουν να τοποθετούν τις πιο δυνατές αθλήτριες σε αυτές τις θέσεις, αν και αυτό μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τη στρατηγική της ομάδας. Κάποιοι προτιμούν να βάζουν δυνατές αθλήτριες στη δεύτερη και την τέταρτη αλλαγή — όλα εξαρτώνται από την τακτική.
Σπάνια θα δεις τις πιο δυνατές αθλήτριες στην πρώτη θέση, αλλά και αυτό δεν είναι απόλυτο. Υπάρχουν περιπτώσεις που οι επιλογές αλλάζουν, είτε λόγω σχεδιασμού είτε ανάλογα με τις υπόλοιπες ομάδες.
Για παράδειγμα, στη δεύτερη αλλαγή — όπου υπάρχει σύγκλιση — βλέπουμε πολλές φορές και αθλήτριες των 800 μέτρων, γιατί έχουν την εμπειρία και την αντίληψη να διαχειριστούν σωστά την κατάσταση εκείνη τη στιγμή.



Οι φίλοι σου βλέπουν πρώτα τη Δήμητρα ή την αθλήτρια; Και ποια από τις δύο έχει περισσότερες ανάγκες στην καθημερινότητά σου;
Οι φίλοι μου βλέπουν πρώτα τη Δήμητρα, σίγουρα. Η αλήθεια είναι ότι έχω λίγους ανθρώπους δίπλα μου — τους έχω επιλέξει — και είναι πολύ κοντινοί μου. Έχουμε πολύ δυνατές σχέσεις, με σεβασμό και αγάπη.
Προσπαθώ, όταν είμαι εκτός γηπέδου, να απομακρύνομαι εντελώς από το κομμάτι του αθλητισμού. Νομίζω ότι το καταφέρνω, γιατί δύσκολα θα με ακούσεις να μιλάω για στίβο στην καθημερινότητά μου. Θέλω να χαλαρώνω, να «φεύγει» το μυαλό μου από την πίεση των αγώνων.
Για να είμαι ειλικρινής, γενικά δεν μιλάω πολύ για τον εαυτό μου και για τους αγώνες μου. Νιώθω κάπως άβολα όταν πρέπει να το κάνω — προτιμώ να κρατάω αυτή την πλευρά λίγο πιο προσωπική.

Το οικογενειακό σου περιβάλλον ήταν υποστηρικτικό; Είχες τη βοήθεια και τη στήριξη που χρειαζόσουν;
Ναι, φυσικά. Οι γονείς μου ήταν και είναι πολύ υποστηρικτικοί. Από την αρχή δεν μου επέβαλαν ποτέ τι να κάνω ή πώς να το κάνω. Ξεκίνησε όλο ως ένα χόμπι — με έφερναν στο γήπεδο επειδή το ήθελα εγώ, χωρίς πίεση.
Δεν ήταν ποτέ από τους γονείς που θα επέμεναν να κάνω ή να μην κάνω κάτι. Όσο έβλεπαν ότι μου αρέσει, ήταν δίπλα μου. Στην πορεία, όταν κατάλαβαν ότι έχω δυνατότητες και μπορώ να εξελιχθώ, στήριξαν ακόμη περισσότερο την επιλογή μου να συνεχίσω στον στίβο. Μέχρι σήμερα παραμένουν στο πλευρό μου και αυτή η στήριξη είναι πολύ σημαντική για μένα.



Ποια είναι η πιο δυνατή εικόνα που σου έρχεται στο μυαλό όταν σκέφτεσαι τους ανθρώπους που σε στήριξαν από την αρχή;
Αρχικά, θεωρώ ότι σε όλη μου την πορεία έχει παίξει καθοριστικό ρόλο ο προπονητής μου, ο Μιχάλης Μανουσάκης. Είναι ένας άνθρωπος που τον είχα πάντα δίπλα μου, εκτός από τα τέσσερα χρόνια που βρέθηκα στην Αμερική, και συνεχίζουμε μαζί μέχρι και σήμερα. Τον νιώθω σαν οικογένεια — σαν έναν άνθρωπο στον οποίο μπορώ να μιλήσω για όλα. Θα συζητήσουμε για την προπόνηση, αλλά και για προσωπικά θέματα, για χαρές και δυσκολίες.
Είναι ο άνθρωπος στον οποίο θα απευθυνθώ όταν κάτι με προβληματίζει, αυτός που με έχει καθοδηγήσει σε κάθε σημαντικό βήμα της πορείας μου — από την απόφαση να ασχοληθώ με τα εμπόδια μέχρι και την επιλογή να πάω στην Αμερική. Μάλιστα, ήταν εκείνος που μου είπε να μην αφήσω την ευκαιρία όταν παρουσιάστηκε, και τελικά είχε απόλυτο δίκιο.
Νιώθω ότι όσο τον ακούω, βγαίνω κερδισμένη. Ακολουθώ τις συμβουλές του και θέλω πραγματικά να τον ευχαριστήσω για όλα όσα έχει κάνει για μένα.
Φυσικά, τεράστιο ρόλο έχει παίξει και η οικογένειά μου. Στο κομμάτι του πρωταθλητισμού δεν έχω βιώσει ποτέ πίεση — ήταν πάντα δίπλα μου, διακριτικά, με ό,τι χρειαζόμουν. Μου έδωσαν τον χώρο να επιλέξω εγώ τον δρόμο μου και να το κάνω με τον δικό μου τρόπο. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα και με βοήθησε να εξελιχθώ όπως ήθελα.

Η μετάβασή σου από τον Κύδωνα Χανίων στον Παναθηναϊκό πώς ήταν; Έγιναν όλα όπως έπρεπε ή υπήρξαν δυσκολίες;
Ο Κύδωνας για μένα είναι οικογένεια. Ήμουν από πολύ μικρή σε αυτόν τον σύλλογο και έτσι τον αισθάνομαι μέχρι και σήμερα. Ακόμα και τώρα, ο προπονητής μου ανήκει στον Κύδωνα και συνεχίζουμε κανονικά τη συνεργασία μας, παρόλο που αγωνίζομαι με τον Παναθηναϊκό.
Η μετάβαση ήταν πολύ ομαλή, χωρίς προβλήματα. Όλα έγιναν όπως έπρεπε, με κατανόηση και απόλυτο σεβασμό από όλες τις πλευρές.
Από την πλευρά του Παναθηναϊκού, μόνο θετικά έχω να πω. Θέλω πραγματικά να ευχαριστήσω την ομάδα μου, γιατί από το 2022 που είμαστε μαζί με έχουν στηρίξει σε ό,τι έχω χρειαστεί και συνεχίζουν να είναι δίπλα μου. Πρόσφατα κατακτήσαμε και το πρωτάθλημα κλειστού στίβου, κάτι που είχε ιδιαίτερη σημασία για μένα, ειδικά μετά από μια μεγάλη περίοδο προετοιμασίας και την επιστροφή μου στους αγώνες.



Αν δεν υπήρχε ο στίβος, όλη αυτή την ενέργεια που έχεις πού πιστεύεις ότι θα τη διοχέτευες;
Η αλήθεια είναι ότι δεν το έχω σκεφτεί ποτέ σοβαρά. Σίγουρα, όμως, θα έκανα κάποιο άθλημα. Ήμουν από μικρή πολύ δραστήριο παιδί — έπαιζα μπάλα, ήμουν λίγο «αγοροκόριτσο», δεν καθόμουν εύκολα.
Αν δεν είχα ασχοληθεί με τον στίβο, νομίζω ότι θα με κέρδιζε το τένις. Δεν με τραβούν τόσο τα ομαδικά αθλήματα· μου αρέσει περισσότερο η ατομική προσπάθεια. Το τένις έχει ταχύτητα, έχει ένταση, έχει και κομμάτια ενδυνάμωσης, όπως και ο στίβος, οπότε θεωρώ ότι θα μου ταίριαζε πολύ.
Είναι ένα άθλημα που απαιτεί στήριξη για να το ξεκινήσεις και να το εξελίξεις σε υψηλό επίπεδο, αλλά πιστεύω ότι θα το επέλεγα — και ναι, είμαι σίγουρη ότι θα μου άρεσε πολύ.

Έχεις ολοκληρώσει τις σπουδές σου στην Αμερική στο Sports Management. Ο αθλητισμός θα συνεχίσει να είναι στο επίκεντρο για κάποια χρόνια ακόμη, το «μετά» το έχεις σκεφτεί;
Η αλήθεια είναι ότι το έχω σκεφτεί. Στο μυαλό μου υπάρχει ξεκάθαρα το κομμάτι του αθλητισμού και το πώς θα συνεχίσω μέσα από αυτόν, είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό — αυτό δεν το γνωρίζω ακόμα. Έχω ιδέες και σκέψεις για το μέλλον και, αν δεν καταφέρω να τις υλοποιήσω εδώ, ίσως δοκιμάσω κάπου αλλού, για να δω και διαφορετικά πράγματα στον επαγγελματικό τομέα.
Παρόλα αυτά, προσπαθώ να μένω στο παρόν, γιατί θέλω να είμαι απόλυτα συγκεντρωμένη στην προπόνηση και στους στόχους μου. Ο στόχος μου είναι να συνεχίσω τον αθλητισμό τουλάχιστον μέχρι το 2028 και να προσπαθήσω για τη συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες.

Ξέρω ότι είναι πολύ δύσκολο, γιατί κάθε χρόνο το επίπεδο ανεβαίνει και στα αγωνίσματά μας υπάρχει τεράστια εξέλιξη, οπότε ο ανταγωνισμός γίνεται ολοένα και πιο απαιτητικός. Παρ’ όλα αυτά, αυτός είναι ο μεγάλος μου στόχος.
Ειδικά μετά την προηγούμενη Ολυμπιάδα του 2024, όπου έχασα για λίγο την πρόκριση — και είχα και μια ταλαιπωρία ενός τραυματισμού, το προηγούμενο διάστημα που δεν μου επέτρεψε να αποδώσω στο 100% — το θέλω τώρα περισσότερο από ποτέ.

Είχες έναν πολύ σοβαρό τραυματισμό. Η Δήμητρα μετά από αυτή τη δοκιμασία βγήκε καλύτερη, πιο δυνατή ή διαφορετική;
Ήταν μια χρονιά μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου είχα χάσει για λίγο την πρόκριση. Είχα πολύ μεγάλη όρεξη να κάνω ένα «restart», να ξεκινήσω από την αρχή με νέους στόχους και καθαρό μυαλό. Η σεζόν ξεκίνησε πολύ καλά μέχρι και τον Δεκέμβριο, όμως τον Ιανουάριο υπέστην μια θλάση στον δικέφαλο, που με άφησε εκτός για περίπου έναν μήνα.
Μόλις προσπάθησα να επιστρέψω, προέκυψε και οστικό οίδημα στο πρώτο μετατάρσιο — κάτι που έγινε χωρίς να το καταλάβω πώς ακριβώς. Αυτό με κράτησε εκτός για άλλους δύο μήνες, οπότε συνολικά έμεινα εκτός προπόνησης για πάνω από τρεις μήνες, σε μια πολύ κρίσιμη περίοδο, καθώς ήταν η χειμερινή προετοιμασία όπου «χτίζουμε» τη βάση.
Όταν επέστρεψα, ήμουν αρκετά πίσω. Προσπαθήσαμε με τον προπονητή μου να καλύψουμε το χαμένο έδαφος, είχα διάθεση και όρεξη, όμως το σώμα μου δεν μπορούσε να ακολουθήσει όπως ήθελα. Κατέβηκα σε κάποιους αγώνες — στο διασυλλογικό μάλιστα έπεσα για πρώτη φορά στη ζωή μου στο 10ο εμπόδιο, κάτι που δεν μου είχε ξανασυμβεί. Ήταν μια δύσκολη στιγμή, αλλά και μια υπενθύμιση ότι όλα μπορούν να συμβούν στον αθλητισμό.

Συνέχισα με έναν-δύο ακόμη αγώνες, πήγα και στην Πάτρα όπου ένιωσα μια μικρή βελτίωση, αλλά δεν ήμουν η Δήμητρα που ήθελα να είμαι. Έτσι, πήρα την απόφαση να ολοκληρώσω νωρίτερα τη σεζόν, γιατί δεν εξελίχθηκαν τα πράγματα όπως τα είχα σχεδιάσει.
Από εκεί και πέρα, ξεκίνησε μια νέα, πολύ καλή προετοιμασία με στόχο μια δυνατή επιστροφή. Θα έλεγα ότι όλη αυτή η διαδικασία με έκανε πιο ώριμη και πιο συνειδητοποιημένη — να ακούω περισσότερο το σώμα μου και να εκτιμώ ακόμη περισσότερο κάθε στιγμή που μπορώ να βρίσκομαι μέσα στο γήπεδο.

Η Δήμητρα πριν τον τραυματισμό με την Δήμητρα μετά, τι σχέση έχουν μεταξύ τους;
Στο κομμάτι της νοοτροπίας, καμία σχέση. Υπάρχει τεράστια αλλαγή. Έχω ωριμάσει, έχω αποκτήσει περισσότερη εμπειρία και, μαζί με αυτό, αλλάζω και ως άνθρωπος.
Πλέον εκτιμώ όλα όσα έχω καταφέρει στο παρελθόν, αλλά τα βάζω στην άκρη και επικεντρώνομαι στο παρόν. Δεν θέλω να κρίνομαι από αυτά που έχω κάνει, αλλά από αυτό που κάνω τώρα. Το παρελθόν είναι εκεί, έχει γράψει τη δική του πορεία, αλλά δεν πρέπει να μας ακολουθεί ως βάρος ή να μας δημιουργεί πίεση και άγχος.
Συνεχίζω με στόχο να δίνω τον καλύτερό μου εαυτό στη δεδομένη στιγμή — στο «τώρα» — και να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ κάθε φορά.

Ποια είναι εκείνη η στιγμή που δεν φαίνεται στην κάμερα, αλλά για σένα είναι η πιο καθοριστική σε έναν αγώνα;
Νομίζω ότι η πιο καθοριστική στιγμή είναι όλη η διαδικασία πριν μπω στον αγωνιστικό χώρο — το ζέσταμα. Εκεί ουσιαστικά είμαι εγώ με τον εαυτό μου. Γίνεται μια εσωτερική «κουβέντα», μια προετοιμασία, που είναι πάντα η ίδια και με βοηθάει να μπαίνω στον αγώνα με συγκέντρωση.
Για να είμαι ειλικρινής, αυτή η προετοιμασία δεν ξεκινά μόνο λίγα λεπτά πριν την κούρσα. Ξεκινάει πολλές μέρες πριν, μέσα από το μυαλό. Προσπαθώ να «δουλεύω» τον αγώνα νοητικά, ώστε όταν έρθει η στιγμή, να μπορώ να ανταποκριθώ όσο καλύτερα γίνεται.



Έφυγες από τα Χανιά και την Ελλάδα για τέσσερα ολόκληρα χρόνια, για σπουδές στην Αμερική. Πώς ήταν όλη αυτή η εμπειρία;
Η Αμερική ήταν για μένα ένα τεράστιο «σχολείο» και μια εμπειρία που με άλλαξε ριζικά ως άνθρωπο. Με βοήθησε να ωριμάσω πολύ. Πήγα για σπουδές με πλήρη υποτροφία σε πανεπιστήμιο στο Οχάιο, τον Ιανουάριο του 2017, και μπορώ να πω ότι στην αρχή δυσκολεύτηκα πάρα πολύ να προσαρμοστώ.
Είχα ήδη μιλήσει με μια προπονήτρια από πριν, την Dominika, η οποία ήταν Ευρωπαία και ουσιαστικά πήγα για να συνεργαστώ μαζί της. Ήταν εξαιρετική προπονήτρια και άνθρωπος, και το πρόγραμμά της ταίριαζε πολύ με εμένα. Όμως, όλα ήταν καινούργια για μένα — η γλώσσα, η καθημερινότητα, το πανεπιστήμιο. Καταλάβαινα αγγλικά, αλλά δυσκολευόμουν να εκφραστώ άνετα, κάτι που με επηρέασε και στα μαθήματα. Ευτυχώς, υπήρχαν ακαδημαϊκοί βοηθοί που με στήριξαν σημαντικά και, μετά από περίπου ενάμιση χρόνο, άρχισα να προσαρμόζομαι.
Μετά τον πρώτο χρόνο, η προπονήτριά μου έμεινε έγκυος και σταμάτησε, κάτι που με επηρέασε πολύ, γιατί είχα δεθεί μαζί της. Στη συνέχεια ήρθαν άλλοι προπονητές, όμως δεν καταφέραμε να ταιριάξουμε, κυρίως σε επίπεδο προγράμματος και φιλοσοφίας.

Το 2018 είχα και έναν σοβαρό τραυματισμό, ένα κάταγμα στην κνήμη, που έκανε τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα. Και τα επόμενα χρόνια δεν κύλησαν όπως θα ήθελα αγωνιστικά, οπότε αυτό μου άφησε ένα παράπονο, γιατί είχα πάει με στόχο να εξελιχθώ περισσότερο.
Υπήρχαν στιγμές που δυσκολεύτηκα πολύ ψυχολογικά — ειδικά το 2018. Θυμάμαι ότι ήθελα να επιστρέψω στην Ελλάδα, όμως το κράτησα μέσα μου. Η οικογένειά μου με στήριξε, χωρίς να με πιέσει ποτέ· μου έλεγαν ότι μπορώ να γυρίσω αν το θέλω, αλλά εγώ ένιωθα ότι όφειλα στον εαυτό μου να το ολοκληρώσω. Ήταν ένα προσωπικό στοίχημα.
Τελικά, έμεινα, ολοκλήρωσα τις σπουδές μου το 2020 και γύρισα πίσω. Παρά τις δυσκολίες, δεν το μετάνιωσα ούτε στιγμή. Ήταν μια εμπειρία που με έκανε πιο δυνατή, μου άνοιξε τους ορίζοντες και με βοήθησε να δω έναν διαφορετικό τρόπο ζωής.
Όταν επέστρεψα, ήμουν ψυχολογικά πεσμένη, ειδικά μετά από τρεις δύσκολες αγωνιστικές χρονιές. Όμως, με τη βοήθεια του προπονητή μου, του Μιχάλη, μπήκα ξανά στον στίβο και κατάφερα να επανέλθω. Από το 2020 και μετά κατέκτησα ξανά πρωταθλήματα, το 2021, το 2022 και το 2023, και συνεχίζω με τον ίδιο στόχο και την ίδια διάθεση.
Αν κάτι κράτησα από όλη αυτή την εμπειρία, είναι ότι πολλές φορές δυναμώνεις μέσα από τις δυσκολίες και τις αποτυχίες — και αυτό ήταν ίσως το πιο μεγάλο μάθημα για μένα.

Νομίζω ότι είσαι ένα από τα παραδείγματα στον αθλητισμό που λένε ότι «βγαίνω καλύτερη μέσα από τις αποτυχίες μου». Ισχύει κάτι τέτοιο;
Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν και λίγα αυτά που έχω περάσει. Κάθε φορά που βρίσκομαι στα πιο δύσκολα, με έναν τρόπο τα πράγματα αρχίζουν να παίρνουν ξανά μια καλύτερη πορεία.
Προσπαθώ πάντα να κρατάω αυτό το mindset — να δίνω τον καλύτερό μου εαυτό, γιατί το θέλω πραγματικά πολύ. Θέλω να πάνε καλά οι αγώνες μου από εδώ και πέρα, αλλά ταυτόχρονα έχω πάντα στο μυαλό μου και τον μεγάλο μου στόχο, που είναι η Ολυμπιάδα του 2028.



Έχεις ήδη διεθνείς εμπειρίες. Πόσο διαφορετικό είναι το επίπεδο εκτός Ελλάδας;
Οι διαφορές είναι τεράστιες — στις εγκαταστάσεις, στην οργάνωση, στην αντιμετώπιση των αθλητών και κυρίως στη στήριξη που υπάρχει. Αν δει κανείς πώς λειτουργούν οι ομάδες στα Πανευρωπαϊκά και στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα, θα καταλάβει ότι μιλάμε για ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο.
Στο εξωτερικό υπάρχει ένα ολοκληρωμένο υποστηρικτικό πλαίσιο, κάτι που στην Ελλάδα δεν το έχουμε στον ίδιο βαθμό. Αυτό σημαίνει ότι, σε σχέση με τους ξένους αθλητές, υστερούμε σε αρκετά πράγματα και πολλές φορές αυτό που κάνουμε είναι μια υπερπροσπάθεια, ο καθένας από τη δική του πλευρά.
Παρόλα αυτά, η αγάπη για το άθλημα και οι στόχοι που έχουμε θέσει είναι αυτά που μας κρατούν και συνεχίζουμε. Στο εξωτερικό υπάρχει σεβασμός, παιδεία, υποδομές — είναι μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί αθλητές της Εθνικής ομάδας, βάζω και τον εαυτό μου μέσα, επιλέγουμε να φεύγουμε για προετοιμασία σε κέντρα του εξωτερικού, ώστε να προετοιμαζόμαστε καλύτερα. Προσπαθούμε να το κάνουμε όσο πιο συχνά μπορούμε, αν και δεν είναι εύκολο, γιατί το οικονομικό κομμάτι είναι αρκετά απαιτητικό και τα έξοδα πολλά.



Τι σκέφτεσαι για το μέλλον; Για το άμεσο αλλά και για πιο μακροπρόθεσμα; Ποια είναι η ευχή που δίνεις στον εαυτό σου;
Θέλω ό,τι κάνω να το κάνω με όρεξη και αγάπη — να με γεμίζει πραγματικά. Είτε αφορά τον στίβο είτε οτιδήποτε ακολουθήσει στη συνέχεια της πορείας μου, θέλω να είναι μια επιλογή που έρχεται από μέσα μου, επειδή το θέλει η Δήμητρα και όχι από πίεση ή υποχρέωση.
Σε αθλητικό επίπεδο, ο μεγάλος μου στόχος είναι να βρεθώ στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το θέλω πάρα πολύ. Παράλληλα, θέλω να πετύχω έναν πολύ καλό χρόνο στις επόμενες κούρσες μου — να «κατέβω» τα 56 δευτερόλεπτα με σταθερότητα και να βελτιώσω το ατομικό μου ρεκόρ, που αυτή τη στιγμή είναι 56.14.
Αν καταφέρω να φτάσω κοντά στο 55.90, θα βρεθώ δεύτερη όλων των εποχών στην Ελλάδα, πίσω από τη Φανή Χαλκιά, κάτι που αποτελεί έναν πολύ μεγάλο και σημαντικό στόχο για μένα.



Κλείνοντας πες μας σε όλο αυτό το ταξίδι στον αθλητισμό, χωρίς χορηγούς και ανθρώπους να σε στηρίζουν, σίγουρα τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο. Ποιοι είναι εκείνοι που στάθηκαν δίπλα σου;
Αρχικά, θέλω να ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου τη MOBIAK, τον κύριο Μανώλη Σβουράκη και την κυρία Μαρία Σβουράκη, που με στηρίζουν όλα αυτά τα χρόνια, από τότε που επέστρεψα από την Αμερική. Έχουν πιστέψει σε μένα, είναι δίπλα μου κάθε χρόνο και συνεχίζουμε μαζί — πραγματικά, χωρίς αυτούς δεν ξέρω πώς θα είχα καταφέρει να συνεχίσω. Ήταν ένα κομβικό σημείο εκείνη την περίοδο και τους είμαι βαθιά ευγνώμων.
Θέλω επίσης να ευχαριστήσω την ομάδα μου, τον Παναθηναϊκό, με τον οποίο είμαστε μαζί από το 2022 και συνεχίζουμε δυνατά. Είναι πάντα στο πλευρό μου και αυτό έχει μεγάλη σημασία για μένα.
Ένα πολύ μεγάλο «ευχαριστώ» οφείλω και στον φυσιοθεραπευτή μου, τον Σταύρο Ρουμελιωτάκη και όλη την ομάδα του Physioplus Chania, με τον οποίο συνεργάζομαι από το 2016. Με έχει βοηθήσει ουσιαστικά σε όλη την πορεία μου, ειδικά στο κομμάτι της αποκατάστασης και των τραυματισμών. Όποτε τον έχω χρειαστεί, ήταν πάντα εκεί.

Θέλω επίσης να ευχαριστήσω τον Δημήτρη Καμπριάνη, ο οποίος είναι σύμβουλός μου στο κομμάτι των συμπληρωμάτων διατροφής και με έχει στηρίξει πάρα πολύ. Είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος, έχουμε μια πολύ όμορφη συνεργασία και παράλληλα μια δυνατή φιλία. Τον ευχαριστώ πραγματικά πολύ για όλα.
Παράλληλα, θέλω να ευχαριστήσω την Βίκος και τον κύριο Σεπετά Κωνσταντίνο, που με στηρίζουν από τον Μάιο του 2025 και πίστεψαν σε μένα.
Και φυσικά, την οικογένειά μου, τους ανθρώπους μου, τους φίλους και τις φίλες μου — όλους όσοι είναι δίπλα μου σε αυτή τη διαδρομή. Τους ευχαριστώ πραγματικά όλους. 🖋



Η σχέση αθλητή–προπονητή είναι καθοριστική σε αυτό το επίπεδο. Ζητήσαμε και τη δική του οπτική :
Μιχάλης Μανουσάκης
Σας ακούει καθόλου η Δήμητρα; Κάνει αυτά που της λέτε ή παίρνει πρωτοβουλίες; Πώς έχει εξελιχθεί η σχέση σας μέσα στα χρόνια;
Από μικρή και σε όλη τη διάρκεια της πορείας της, η Δήμητρα ήταν «στρατιώτης» — ακολουθούσε το πρόγραμμα με απόλυτη συνέπεια. Τα τελευταία χρόνια, όμως, καθώς μεγαλώνει και ωριμάζει, είναι απόλυτα φυσιολογικό να έχει πλέον τη δική της άποψη.
Η σχέση μας σήμερα βασίζεται πολύ περισσότερο στη συζήτηση και στη συνεργασία. Ακόμα και στο κομμάτι της προπόνησης, υπάρχει διάλογος — θα τη ρωτήσω αν μπορεί ή δεν μπορεί, και η τελική απόφαση βγαίνει μέσα από κοινή προσέγγιση.
Για να δουλέψει ένας αθλητής σε αυτό το επίπεδο, το βασικό είναι η εμπιστοσύνη. Όταν μου λέει ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε κάτι, την εμπιστεύομαι απόλυτα. Στο παρελθόν ίσως επέμενα περισσότερο μέχρι να «βγει» η προπόνηση, αλλά πλέον λειτουργούμε διαφορετικά — πιο ώριμα και πιο ομαδικά.



ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΝΑΦΑΚΗ
Χρόνια δουλειάς, αγώνων και επιστροφών, μια διαδρομή που δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται.









