Χθες το βράδυ, στο Ρέθυμνο, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω το θεατρικό έργο «Ο μπαμπάς» του Florian Zeller, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Μπλέτα. Πρόκειται για ένα έργο που δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία, σε βάζει να τη ζήσεις από μέσα, να χαθείς και να αναζητήσεις ξανά τον προσανατολισμό σου, όπως ακριβώς ο ήρωάς του.

Στο κέντρο αυτής της εμπειρίας βρίσκεται ο πρωταγωνιστής, ο «μπαμπάς». Και εδώ, η ερμηνεία του Μποτώνη Μποτονάκη αποτέλεσε την καρδιά της παράστασης.
Με μια παρουσία που ισορροπεί ανάμεσα στη δύναμη και τη διάλυση, κατάφερε να αποδώσει με αλήθεια και λεπτότητα τη σταδιακή αποδόμηση ενός ανθρώπου που χάνει τη μνήμη του — και μαζί της, τον ίδιο του τον εαυτό.



Η ερμηνεία του δεν βασίστηκε σε εξάρσεις ή υπερβολές. Αντίθετα, χτίστηκε μέσα από μικρές κινήσεις, βλέμματα που χάνονται, παύσεις που βαραίνουν. Υπήρχαν στιγμές που η σκηνή «πάγωνε», όχι από σιωπή, αλλά από το βάρος όσων πια δεν μπορούσαν να ειπωθούν.
Και ίσως αυτό ήταν το πιο δυνατό στοιχείο, η αίσθηση ότι δεν παρακολουθείς έναν ρόλο, αλλά έναν άνθρωπο που ξεγλιστρά από την πραγματικότητα.
Οι υπόλοιποι ηθοποιοί, η Ελένη Βαρούχα, η Μαρήνη Βελονάκη, η Ιουλία Καραγιαννάκη και ο Σήφης Καυκαλάς, στάθηκαν επάξια δίπλα του, υπηρετώντας με συνέπεια και ακρίβεια τους ρόλους τους. Χωρίς να επιχειρούν να κλέψουν την προσοχή, λειτούργησαν ως αναπόσπαστα κομμάτια ενός εύθραυστου κόσμου που διαρκώς μεταβάλλεται.
Οι σχέσεις, οι εντάσεις, οι στιγμές φροντίδας και αποξένωσης αποδόθηκαν με μέτρο και ευαισθησία, ενισχύοντας ουσιαστικά τη συνολική δραματουργία και το συναισθηματικό βάθος της παράστασης.




Η Ανδρομάχη Βαρσάμη, υπεύθυνη για την κινησιολογία, συνέβαλε διακριτικά αλλά καθοριστικά στη δημιουργία αυτής της αίσθησης αποπροσανατολισμού και εσωτερικής διάλυσης.
Μέσα από τις κινήσεις των ηθοποιών, τις παύσεις και τη σωματικότητα των χαρακτήρων, ενίσχυσε την ατμόσφαιρα του έργου, προσθέτοντας ένα ακόμη επίπεδο στην αφήγηση, που λειτουργεί σχεδόν υπόγεια αλλά γίνεται έντονα αισθητό στον θεατή.



Η σκηνοθετική προσέγγιση του Γιάννη Μπλέτα κινήθηκε με σεβασμό στη φιλοσοφία του έργου, αφήνοντας χώρο στην αφήγηση να «αναπνεύσει». Ο ρυθμός, οι μεταβάσεις και η αίσθηση αποπροσανατολισμού που σταδιακά κορυφώνεται, λειτούργησαν αποτελεσματικά, κρατώντας τον θεατή σε μια συνεχή εγρήγορση.
Ο Γιάννης Μπλέτας, σταθερός στη σχέση εμπιστοσύνης που έχει χτίσει με το κοινό του, έδωσε για ακόμη μία φορά μια καθηλωτική και εξαιρετική παράσταση, επιβεβαιώνοντας τη συνέπεια και τη σκηνοθετική του ταυτότητα.



Το «Ο μπαμπάς» δεν είναι ένα εύκολο έργο. Δεν προσφέρει απαντήσεις, ούτε επιδιώκει εύκολη συγκίνηση. Είναι μια εμπειρία που σε φέρνει αντιμέτωπο με την απώλεια με τον πιο σιωπηλό αλλά και τον πιο σκληρό τρόπο.
Και όταν πέφτει η αυλαία, αυτό που μένει δεν είναι απλώς μια καλή παράσταση — αλλά ένα συναίσθημα που δύσκολα αποχωρεί. 🖋








