Σε μια εποχή όπου η πραγματικότητα μοιάζει ολοένα και πιο σκληρή, όπου τα γεγονότα δεν προλαβαίνουν να γίνουν μνήμη και το συλλογικό τραύμα συσσωρεύεται καθημερινά, η τέχνη καλείται να πάρει θέση. Όχι απλώς ως μέσο έκφρασης, αλλά ως ανάγκη. Ως φωνή. Ως ένας τρόπος να ειπωθούν όσα δεν αντέχονται, όσα δεν χωρούν πια στη σιωπή.
Η συγκεκριμένη παράσταση μνήμης γεννιέται ακριβώς από αυτή την ανάγκη. Μια πολυδιάστατη καλλιτεχνική εμπειρία που συνδυάζει ποίηση, μουσική και εικαστικά, δημιουργώντας έναν χώρο όπου το προσωπικό συναντά το συλλογικό. Έναν χώρο όπου ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς, αλλά συμμετέχει, νιώθει, αναγνωρίζει κομμάτια του εαυτού του.
Μέσα από ιστορίες, τραγούδια και εικόνες, η παράσταση επιχειρεί να φωτίσει πτυχές μιας κοινωνίας που δοκιμάζεται – από τη βία και την απώλεια, μέχρι την ανάγκη για κάθαρση και επαναπροσδιορισμό. Και ίσως, τελικά, να λειτουργήσει ως μια κοινή στιγμή συνειδητοποίησης, τι κουβαλάμε, τι έχουμε ανάγκη να αφήσουμε πίσω και τι σημαίνει, σήμερα, να «αναστηθούμε».
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η δημιουργός της παράστασης «Μια εβδομάδα που δεν κατάφερε να γίνει Μεγάλη», μιλά με ειλικρίνεια για την αφετηρία αυτής της ιδέας, για τις προκλήσεις της υλοποίησής της και για τον βαθύτερο στόχο της, να γίνει ένας αγωγός συναισθημάτων, να δημιουργήσει μια ουσιαστική σύνδεση με το κοινό και να ανοίξει έναν χώρο όπου, έστω για λίγο, μπορούμε να αισθανθούμε μαζί.

Συνέντευξη Στέλιος Κουνδουράκης

Τι σε ενέπνευσε να δημιουργήσεις αυτή την παράσταση μνήμης;
Η έμπνευση για αυτή την παράσταση προήλθε από την κοινωνική αδικία, μια πραγματικότητα που πλέον δεν μπορούμε να ανεχτούμε – ούτε εγώ ούτε κανένας ευσυνείδητος πολίτης αυτής της χώρας.
Είναι, ουσιαστικά, μια κραυγή απέναντι σε όσα δεν πρέπει πια να θεωρούνται δεδομένα. Ένα «ως εδώ» που εκφράζεται μέσα από την τέχνη.

Πώς επέλεξες τα συγκεκριμένα ποιήματα και μουσικά μέρη;
Τα μουσικά μέρη προέκυψαν μέσα από έρευνα. Αναζήτησα τραγούδια που να κινούνται σε αυτή τη θεματολογία, αλλά κυρίως να με αφορούν και να με εκφράζουν προσωπικά. Από τη στιγμή που ανεβαίνω στη σκηνή για να αφηγηθώ μια ιστορία, οφείλω πρώτα να την πιστεύω η ίδια. Έτσι, επέλεξα τραγούδια και ιστορίες που έχουν για μένα ουσιαστικό βάρος.

Η έρευνα περιλάμβανε ζητήματα όπως οι γυναικοκτονίες, η τραγωδία των Τεμπών, αλλά και πιο προσωποκεντρικά τραγούδια, από παλαιότερες εποχές μέχρι και σήμερα.
Στο πρόγραμμα περιλαμβάνεται και το πρώτο τραγούδι που γράφτηκε στην Ελλάδα για τη γυναικοκτονία, το «Γυναίκα» του Δημήτρη Μενούση, ένα έργο με έντονο κοινωνικό αποτύπωμα, που αναδεικνύει τη βία κατά των γυναικών και λειτουργεί ως καταγγελία αλλά και αφορμή για βαθύτερο προβληματισμό.
Παράλληλα, έχουν ενταχθεί και πιο σύγχρονα τραγούδια, ακόμη και δημιουργίες της τελευταίας χρονιάς, ώστε η παράσταση να συνομιλεί ουσιαστικά με το σήμερα.

Ποια αντίδραση θα ήθελες να προκαλέσει στο κοινό;
Αυτό που ήθελα –και συνεχίζω να θέλω– είναι να προκαλέσω συγκίνηση. Όχι με την έννοια του κλάματος, αλλά με την έννοια της εσωτερικής κίνησης. Θα ήθελα κάτι να «κινηθεί» μέσα στον κόσμο, να συντονιστεί μαζί μας, να ενεργοποιηθεί.
Ο στόχος μου είναι να γίνω ο αγωγός του συναισθήματός τους, να δώσω φωνή σε αυτό που όλοι λίγο-πολύ νιώθουμε μέσα μας και κάποια στιγμή ξεσπά: «φτάνει, δεν μπορώ άλλο».
Νομίζω πως σε έναν βαθμό αυτό έχει ήδη συμβεί, και το κρίνω από την ανταπόκριση του κόσμου. Όχι μόνο από τη μεγάλη συμμετοχή, αλλά κυρίως από τον τρόπο που φεύγει μετά το τέλος της παράστασης. Οι αγκαλιές, τα βουρκωμένα μάτια – όχι όμως βαριά, αλλά σαν να έχει φύγει κάτι από μέσα τους. Δακρυσμένοι, αλλά ταυτόχρονα ανακουφισμένοι.



Με ποιον τρόπο τους αποχαιρετάς εσύ στο τέλος;
Ανάλογα με τα μάτια τους (γέλια). Αν είναι δακρυσμένα, θα πάρουν σίγουρα μια αγκαλιά – μια αγκαλιά παρηγοριάς, αλλά και σύνδεσης. Γιατί αυτό που βιώνουμε δεν είναι ατομικό· είναι κάτι που το περνάμε μαζί. Είμαστε μαζί σε όλο αυτό.
Είναι κάτι που συζητούσαμε και με τη Στελλίνα, πως όλο αυτό που πραγματεύεται η παράσταση αγγίζει ένα συλλογικό τραύμα. Ένα τραύμα που φαίνεται να αφορά τη γενιά μας, αλλά και τις νεότερες. Τα τόσα εγκλήματα, οι συνεχείς γυναικοκτονίες, τα κρατικά εγκλήματα – όπως τα Τέμπη – η οπαδική και η ρατσιστική βία, όλα αυτά συνθέτουν μια πραγματικότητα που γίνεται ολοένα και πιο έντονη και καθημερινή.
Και ίσως γι’ αυτό η αγκαλιά στο τέλος δεν είναι απλώς ένας αποχαιρετισμός. Είναι μια υπενθύμιση ότι δεν είμαστε μόνοι – ότι αυτό το βάρος το μοιραζόμαστε.

Υπάρχει κάποια προσωπική εμπειρία που έκανε αυτή την παράσταση ιδιαίτερα σημαντική για σένα;
Νομίζω πως αυτό συνδέεται άμεσα με όσα ανέφερα νωρίτερα για το συλλογικό τραύμα. Έτσι το βιώνω. Μπορεί να μην υπάρχει μια συγκεκριμένη, άμεση προσωπική εμπειρία, όμως όλα αυτά τα γεγονότα τα αισθάνομαι βαθιά κοντινά.
Είναι ιστορίες που μας αφορούν όλους. Είναι κομμάτι της κοινωνίας μας, άρα και κομμάτι δικό μου. Με αυτή την έννοια, η παράσταση γίνεται πια μια προσωπική υπόθεση.



Πώς ένιωσες την πρώτη στιγμή που υλοποιήθηκε η ιδέα σου;
Δεν ξέρω αν μπορώ να μεταφέρω πλήρως αυτό το συναίσθημα, αλλά θα προσπαθήσω. Ήταν ένα απαιτητικό εγχείρημα, καθώς συνδυάζει τρεις διαφορετικές μορφές τέχνης – την ποίηση, τη ζωγραφική και τη μουσική. Ταυτόχρονα, είχαμε ελάχιστο χρόνο για να το υλοποιήσουμε, από την έρευνα μέχρι την τελική του μορφή, χρειάστηκαν μόλις δέκα ημέρες. Όλα έγιναν με έντονους ρυθμούς, χωρίς περιθώρια.
Όταν τελικά ολοκληρώθηκε, ένιωσα μια βαθιά ικανοποίηση, αλλά και συγκίνηση. Το αποτέλεσμα μας δικαίωσε, και αυτό φάνηκε και στην πορεία της παράστασης. Πέρσι παρουσιάστηκε μία φορά από τον Δήμο Χανίων, ενώ φέτος μας κάλεσαν ξανά για δύο παραστάσεις, που γνωρίζουν μεγάλη ανταπόκριση από το κοινό.
Η παράσταση εντάσσεται σε μια περίοδο που, κατά κάποιον τρόπο, «Είναι μία εβδομάδα που δεν κατάφερε να γίνει Μεγάλη». Ωστόσο, η κατανυκτική ατμόσφαιρα που δημιουργείται μέσα από τον χώρο, το installation, την ποίηση και τη μουσική ταιριάζει απόλυτα με το πνεύμα αυτών των ημερών. Είναι μια ευκαιρία για συλλογισμό. Τι σημαίνει για τον καθένα μας η Ανάσταση; Ποιο είναι το πένθος που κουβαλάμε σήμερα; Τι έχουμε ανάγκη να θρηνήσουμε και από τι να «αναστηθούμε», τόσο προσωπικά όσο και συλλογικά.
Γιατί το συλλογικό τραύμα δεν είναι κάτι μακρινό. Από τη στιγμή που υπάρχει μέσα στην κοινωνία, μπορεί να βρεθεί δίπλα σου, να σου χτυπήσει την πόρτα. Μπορεί να είναι ήδη μέσα σου.



Τι προκλήσεις αντιμετώπισες κατά την προετοιμασία;
Αρχικά, η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν ο περιορισμένος χρόνος που είχαμε στη διάθεσή μας για να στηθεί όλο αυτό. Όπως ανέφερα και πριν, πρόκειται για ένα απαιτητικό εγχείρημα που έπρεπε να ολοκληρωθεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, πολλές φορές το δύσκολο γίνεται και δημιουργικά ευχάριστο, γιατί σε οδηγεί να κατακτήσεις κάτι ακόμη μεγαλύτερο.
Παράλληλα, υπήρχε και μια ακόμη πρόκληση: να διασφαλίσουμε ότι δεν θα υπάρξει καμία παρερμηνεία ή υπόνοια πως η παράσταση κινείται σε «αιρετικά» πλαίσια. Ειδικά λόγω της χρονικής περιόδου της Μεγάλης Εβδομάδας και των στοιχείων που χρησιμοποιούνται – όπως το μανουάλι και τα πορτραίτα – θα μπορούσε εύκολα να παρεξηγηθεί ή να στοχοποιηθεί.
Ήταν κάτι που μας απασχόλησε, αλλά το διαχειριστήκαμε με προσοχή και συνείδηση. Δεν το φοβηθήκαμε, φροντίσαμε όμως να το σεβαστούμε απόλυτα, ώστε το μήνυμα της παράστασης να φτάσει καθαρό και ουσιαστικό στο κοινό.

Πώς συνεργάστηκες με τους υπόλοιπους καλλιτέχνες για το αποτέλεσμα;
Έχω την τύχη και την τιμή, από την πρώτη στιγμή της υλοποίησης αυτού του project, να έχω δίπλα μου τη Στελλίνα Ιωαννίδου, έναν εξαιρετικά ταλαντούχο άνθρωπο. Ουσιαστικά, το δημιουργήσαμε μαζί από την αρχή – το στήσαμε και το υλοποιήσαμε από κοινού.
Ήταν πραγματικά μαγική η πρώτη στιγμή που μπήκαμε στον ιδιαίτερο χώρο του Αγίου Φραγκίσκου. Παρόλο που είχαμε μια αρχική ιδέα, η Στελλίνα άρχισε να δίνει λύσεις σε όλα με έναν σχεδόν μαγικό τρόπο. Είχε και την εξαιρετική ιδέα για το γυάλινο κουτί, που έδεσε απόλυτα με τη συνολική αισθητική της παράστασης.
Το εντυπωσιακό είναι πως δεν γνωρίζαμε εκ των προτέρων τον χώρο, ούτε τι θα συναντήσουμε, ούτε αν θα χρειαστεί να μεταφέρουμε πράγματα. Τελικά, δεν χρειάστηκε τίποτα. Όλα λειτούργησαν ιδανικά, χάρη στις λύσεις που προέκυψαν επιτόπου.

Παράλληλα, έχω τη χαρά να συνεργάζομαι με δύο εξαιρετικούς και εμπνευσμένους μουσικούς, τον Νίκο Κούση στο πιάνο και τον Ηρακλή Ιωσηφίδη στο κοντραμπάσο. Η συνεργασία μας υπήρξε ουσιαστική και το αποτέλεσμα μάς δικαίωσε.
Σημαντική είναι και η παρουσία δύο ακόμη καλλιτεχνών, που, αν και δεν βρίσκονται φυσικά στον χώρο, είναι κομμάτι της παράστασης. Ο Τέλλος Φίλης, ένας από τους πιο αγαπημένους μου ποιητές, μας εμπιστεύτηκε από την πρώτη στιγμή τα κείμενά του, με γενναιοδωρία και ανοιχτή καρδιά. Το ίδιο και ο Δημήτρης Αστερίου, που μας παραχώρησε τα έργα του, τα πορτραίτα που «αγκαλιάζουν» τον χώρο και ενισχύουν την ατμόσφαιρα.
Όλο αυτό δημιουργήθηκε μέσα σε ένα κλίμα εμπιστοσύνης και ουσιαστικής σύνδεσης. Σαν μια μεγάλη αγκαλιά, απλά και όμορφα.

Πώς πιστεύεις ότι τέτοιες παραστάσεις επηρεάζουν την κοινωνία μας;
Θεωρώ ότι η τέχνη έχει χρέος. Κάθε μορφή τέχνης οφείλει να είναι παρούσα, να αντιστέκεται και να κάνει τη δική της «επανάσταση». Και εμείς, οι άνθρωποι που την υπηρετούμε, έχουμε ευθύνη απέναντι σε αυτό.
Η τέχνη δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στη διασκέδαση. Οφείλει να είναι και ψυχαγωγία με την ουσιαστική της έννοια, αλλά και εκπαίδευση. Να επηρεάζει, να αφυπνίζει, να προβληματίζει. Να βοηθά τον κόσμο να βλέπει πιο καθαρά, να στέκεται με συνείδηση και να κατευθύνεται προς τη «σωστή πλευρά» της ιστορίας. Να ανοίγει, τελικά, έναν άλλο τρόπο ματιάς απέναντι στα πράγματα.




Ποιο είναι το επόμενό σου καλλιτεχνικό όραμα μετά από αυτή την παράσταση;
Μετά από αυτό που βιώνουμε εδώ, θα έλεγα πως το καλλιτεχνικό μου όραμα είναι η τέχνη που δημιουργώ να συνεχίζει να γεννιέται από μια βαθιά, εσωτερική ανάγκη. Από την ανάγκη να πω κάτι ουσιαστικό, να εκφράσω κάτι αληθινό.
Θέλω να καταφέρνω να γίνομαι ένας αγωγός συναισθημάτων – να μεταφέρω κάτι προς τον κόσμο και να λαμβάνω κάτι πίσω. Να δημιουργείται μια ζωντανή, ουσιαστική ανταλλαγή. Ένα όμορφο «αλισβερίσι» συναισθημάτων με το κοινό.
Μέσα από τη φωνή, τη μουσική, το θέατρο – μέσα από κάθε μορφή τέχνης που μπορεί να χωρέσει σε μια καλλιτεχνική βραδιά – να υπάρχει αυτή η σύνδεση. Να μοιραζόμαστε κάτι αληθινό. Να συμβαίνει κάτι εδώ μέσα, μαζί. 🖋













