Η Ευρυδίκη δεν είναι απλώς μια σπουδαία φωνή που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική μουσική, είναι μια καλλιτέχνιδα που κουβαλά μνήμες, ιστορίες, συναισθήματα και αλήθειες. Με μια διαδρομή που ξεπερνά τις τρεις δεκαετίες, γεμάτη επιτυχίες, συνεργασίες και στιγμές που ενώθηκαν με τη ζωή του κοινού της, συνεχίζει να εξελίσσεται, να ονειρεύεται και να ανεβαίνει στη σκηνή με την ίδια συγκίνηση και αυθεντικότητα.
Στην πρώτη της συνέντευξη στο bestmagazine.gr, η Ευρυδίκη ανοίγει την καρδιά της και μιλά για τον χρόνο που περνά, για την τέχνη που δεν βιάζεται, για τη σκηνή που παραμένει το «σπίτι» της, για τη δύναμη της αγάπης αλλά και για την ανάγκη να παραμένουμε αληθινοί με τον εαυτό μας. Με λόγο απλό, ανθρώπινο και βαθιά ουσιαστικό, μας ταξιδεύει από την Κύπρο της καρδιάς της μέχρι το σήμερα, αποδεικνύοντας πως η μουσική, όταν έχει ψυχή, δεν γνωρίζει εποχές.
Μια συνέντευξη που δεν αφορά μόνο τη μουσική, αλλά τον άνθρωπο πίσω από αυτήν. Μια συνομιλία για τη μνήμη, την εξέλιξη, την ευαισθησία και – πάνω απ’ όλα – την αγάπη.

Συνέντευξη Στέλιος Κουνδουράκης

Αν συναντούσατε σήμερα την Ευρυδίκη των ’90s, θα συνεργαζόσασταν μαζί της ή θα διαφωνούσατε καλλιτεχνικά;
Πολύ πρωτότυπη ερώτηση – δεν μου την έχουν ξανακάνει, είναι η αλήθεια! Αλίμονο αν δεν συνεργαζόμουν μαζί της… φυσικά και θα το έκανα. Αγαπώ πάρα πολύ τα νέα παιδιά και παρακολουθώ με ενδιαφέρον τον τρόπο που ξεκινούν και ξεχωρίζουν σήμερα.
Με τον ίδιο τρόπο, πιστεύω πως θα ξεχώριζα και την Ευρυδίκη του παρελθόντος. Θα μου άρεσε πολύ να τραγουδήσω μαζί με την Ευρυδίκη της νεαρής ηλικίας μου. Θα ήταν, μάλιστα, μια υπέροχη ιδέα να δούμε και ένα βίντεο όπου η Ευρυδίκη των ’90s «συναντά» την Ευρυδίκη του σήμερα πάνω στη σκηνή.
Όσο μεγαλώνουμε, εξελισσόμαστε, ωριμάζουμε και ανακαλύπτουμε νέες πλευρές του εαυτού μας – και αυτό είναι η πραγματική ομορφιά της διαδρομής. Μπορώ να πω, βέβαια, πως ακόμη και ως νέο κορίτσι ήμουν σε μια διαρκή αναζήτηση, ήξερα πότε έκανα κάτι που άγγιζε την ψυχή μου και πότε έκανα κάτι απλώς γιατί άρεσε στον κόσμο ή γιατί αυτό περίμεναν από εμένα.
Η αλήθεια είναι πως άρχισα να κατασταλάζω και να ηρεμώ μέσα μου όταν επέλεξα να ακολουθήσω ξεκάθαρα την καρδιά μου.



Έχετε τραγουδήσει για τον έρωτα, την απώλεια, τη δύναμη. Ποιο συναίσθημα νιώθετε ότι δεν έχει ακόμη ειπωθεί πλήρως μέσα από τη φωνή σας;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει ένα συναίσθημα για το οποίο δεν έχω τραγουδήσει ή δεν έχω εκφραστεί μέσα από τα τραγούδια μου. Έχω τραγουδήσει για την Κύπρο, που είναι ο τόπος μου· όλα όσα έχουμε περάσει αποτελούν μια ανοιχτή πληγή που με συγκινεί και με πονά πάντα, και είναι κάτι που θα θέλω να εκφράζω διαρκώς, είτε με έναν πιο συναισθηματικό είτε με έναν πιο επαναστατικό τρόπο.
Φυσικά, έχω τραγουδήσει πολύ για τον έρωτα, που αποτελεί και το μεγαλύτερο κομμάτι της δισκογραφίας μου. Μέσα σε αυτά τα τραγούδια υπάρχουν το πάθος, η προσμονή, ο πόνος, ακόμη και ο θυμός. Νομίζω, λοιπόν, πως τα περισσότερα συναισθήματα έχουν βρει τον δρόμο τους μέσα από τη φωνή μου.
Δεν ξεχνώ, βέβαια, και τα τραγούδια που μιλούν για τη γυναίκα. Ένα από αυτά είναι το «Μια μέρα ξύπνησα», που μου χάρισε ο Θάνος Παπανικολάου και ουσιαστικά περιγράφει τον κύκλο ζωής της γυναίκας. Για μένα λειτουργεί σχεδόν αυτοβιογραφικά, γιατί μιλά για τον τρόπο που μεγαλώνουμε, για τα στερεότυπα που συναντάμε και για το πώς μπορούμε να σταθούμε στο σήμερα διεκδικώντας όσα μας αξίζουν. Και η απάντηση είναι πάντα η ίδια, να κοιτάμε μέσα μας, γιατί η δύναμη βρίσκεται ήδη εκεί.

Στην εποχή του streaming, όπου όλα γίνονται πιο γρήγορα, εσείς τι επιμένετε να κρατάτε «αργό» και αληθινό στη μουσική σας;
Είναι ένα θέμα της εποχής μας – όλα τρέχουν πια τόσο γρήγορα. Εγώ μεγάλωσα σε μια διαφορετική εποχή, με πιο αργούς ρυθμούς και με περισσότερη ουσία στα πράγματα. Θυμάμαι πόσο ανυπομονούσαμε να κυκλοφορήσει ο καινούργιος δίσκος του αγαπημένου μας καλλιτέχνη, να τον πάρουμε στα χέρια μας, να γυρίσουμε σπίτι, να βάλουμε το βινύλιο στο πικάπ και να καθίσουμε ώρες να τον ακούμε. Να αναλύουμε κάθε τραγούδι, να συγκινούμαστε, να γελάμε, να κλαίμε. Υπήρχε χρόνος για να ζήσεις πραγματικά τη μουσική.
Σήμερα όλα συμβαίνουν με ταχύτητα και κυκλοφορούν τόσα πολλά πράγματα ταυτόχρονα, που πολλές φορές δεν προλαβαίνουμε να τα αφομοιώσουμε.
Αυτό κάνει τα πράγματα πιο δύσκολα για τα νέα παιδιά. Νιώθω πως ανήκω σε μια τυχερή γενιά που πρόλαβε εκείνα τα χρόνια, τότε που ο παραγωγός έπαιρνε έναν δίσκο, τον άκουγε ολόκληρο, ξεχώριζε τα τραγούδια και τα έπαιζε χωρίς τις αυστηρές λίστες που υπάρχουν σήμερα.

Από την άλλη, οι πλατφόρμες δίνουν μια ευκαιρία στους νέους καλλιτέχνες να προβληθούν πιο άμεσα και πιο γρήγορα – αυτό είναι ένα μεγάλο θετικό. Όμως ταυτόχρονα απαιτούν και μια εξωστρέφεια που δεν ταιριάζει σε όλους. Αν, για παράδειγμα, ξεκινούσα σήμερα την πορεία μου ως Ευρυδίκη σε αυτή την ηλικία, δεν ξέρω αν θα μπορούσα να αναδείξω τον εαυτό μου με τον ίδιο τρόπο. Είμαι ένας πιο εσωστρεφής άνθρωπος και ίσως με τα σημερινά δεδομένα να μην είχα την ίδια ευκολία να ξεχωρίσω.
Γι’ αυτό κι εγώ επιμένω να κρατώ «αργή» τη σχέση μου με τη μουσική: να της δίνω χρόνο, αλήθεια και συναίσθημα. Να μην χάνεται η ουσία μέσα στην ταχύτητα.



Ποια ήταν η πιο έντονη στιγμή που έχετε ζήσει πάνω στη σκηνή και σας έχει μείνει χαραγμένη μέχρι σήμερα;
Υπάρχουν πολλές στιγμές και πραγματικά δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω και ποια να πρωτοαναφέρω. Κάθε φορά που βιώνω κάτι τόσο συγκινητικό, λέω μέσα μου «γι’ αυτό και μόνο αξίζει να κάνω αυτή τη δουλειά, αυτή την τέχνη». Είναι πολλές οι όμορφες στιγμές που κουβαλώ.
Μία από τις πιο δυνατές αναμνήσεις μου είναι από τις πρώτες μεγάλες συναυλίες που έκανα στην Κύπρο, σε ανοιχτό θέατρο. Θυμάμαι να τραγουδώ τραγούδια για την Κύπρο και να βλέπω μπροστά μου τον κόσμο να κρατά αναπτήρες αναμμένους, ενώ στη σκηνή υπήρχαν κεριά. Όλοι μαζί να τραγουδούν, σε μια ατμόσφαιρα σχεδόν ιερή. Ήταν μια στιγμή ανατριχιαστική, από αυτές που δεν ξεχνιούνται ποτέ.
Αυτό που μοιραζόμαστε με τον κόσμο είναι ένα πολύτιμο δώρο και λειτουργεί και για τις δύο πλευρές με έναν βαθιά θετικό τρόπο. Πιστεύω πραγματικά ότι όσα έχω καταφέρει μέχρι σήμερα τα οφείλω σε μεγάλο βαθμό στο κοινό μου. Αν δεν είχα αυτή την αγάπη, το χαμόγελο, το χειροκρότημα και τη φωνή τους να τραγουδά μαζί μου, θα ήταν πολύ πιο εύκολο για έναν καλλιτέχνη να απογοητευτεί. Είμαστε, άλλωστε, ευαίσθητοι άνθρωποι και χρειαζόμαστε αυτή τη σύνδεση για να συνεχίζουμε.

Πώς λειτουργεί για εσάς το feedback που παίρνετε από τον κόσμο στις συναυλίες; Πόσο θετικά μπορεί να επηρεάσει και πώς σας βοηθά σε κάθε εμφάνιση;
Λειτουργεί με έναν σχεδόν μαγικό τρόπο. Για μένα η σκηνή είναι μια διαρκής ανταλλαγή ενέργειας – ένα δώρο που δίνεις και παίρνεις ταυτόχρονα. Βγαίνω με πολλή αγάπη, με έντονη ενέργεια και με την πρόθεση να δώσω τον καλύτερό μου εαυτό. Ο κόσμος το εισπράττει αυτό και μου το επιστρέφει πίσω πολλαπλάσιο.
Αυτό το «πάρε–δώσε» είναι που κάνει κάθε εμφάνιση μοναδική. Το feedback του κοινού με γεμίζει δύναμη, με συγκινεί και με βοηθά να πηγαίνω κάθε φορά ένα βήμα πιο πέρα, να δίνω ακόμα περισσότερα. Είναι μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αγάπης που με κρατά ζωντανή πάνω στη σκηνή.



Υπάρχει κάποιο τραγούδι που, όταν το ηχογραφήσατε, δεν φανταζόσασταν ότι θα αγγίξει τόσο βαθιά τον κόσμο;
Το πρώτο μου τραγούδι, «Το μόνο που θυμάμαι», είναι αυτό που μου έρχεται πρώτο στο μυαλό. Όταν το γράφαμε και το ηχογραφούσαμε, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα γνώριζε τόσο μεγάλη επιτυχία. Η αλήθεια είναι ότι για να φτάσει ένα τραγούδι να αγγίξει τον κόσμο, παίζουν ρόλο πολλά στοιχεία· νομίζω όμως πως εδώ υπήρξε ένας πολύ ιδιαίτερος συνδυασμός μελωδίας και στίχου.
Καθοριστικός ήταν ο στίχος του Λεωνίδα Μαλένη. Πέρα από τη μελωδία και την ενορχήστρωση που το έκαναν πιο άμεσο και προσιτό, αν διαβάσει κανείς τους στίχους μόνοι τους, θα διαπιστώσει πόσο ποιητικοί είναι: «Το μόνο που θυμάμαι είναι που μύριζε άνοιξη… Το πρώτο σου φιλί είναι που μέσα από τα χείλη σου γνώρισα τη ζωή». Αυτός ο λόγος, τόσο τρυφερός και αληθινός, είναι που τελικά αγγίζει την ψυχή.
Αισθάνομαι πραγματικά πολύ τυχερή που στα πρώτα μου βήματα είχα δίπλα μου τον Λεωνίδα. Μου στάθηκε σαν φίλος, σαν αδελφός, σαν πατέρας και με στήριξε με όλη του την καρδιά και τη δύναμη.

Αν η καριέρα σας ήταν μια σκηνή θεάτρου, σε ποια πράξη νιώθετε ότι βρίσκεστε σήμερα;
Σίγουρα δεν βρίσκομαι στο τέλος· θα έλεγα πως είμαι στη μέση της διαδρομής, εκεί όπου πολλά μπορούν ακόμη να αλλάξουν και να εξελιχθούν. Μπορεί να μετρώ ήδη 35 χρόνια στη δισκογραφία, όμως δεν σταματώ να ονειρεύομαι. Κάθε μέρα που ξυπνώ σκέφτομαι κάτι καινούργιο και νιώθω πως έχω ακόμη πολλά να δώσω.
Γι’ αυτό και το μόνο που εύχομαι είναι να έχω την υγεία μου, τη δύναμη και τη διάθεση, ώστε όσο αντέχω να βρίσκομαι πάνω στη σκηνή και να συνεχίζω να μοιράζομαι τη μουσική μου με τον κόσμο.



Τι σημαίνει για εσάς σήμερα η λέξη «σπίτι»; Είναι ένας τόπος, ένας άνθρωπος ή μια μελωδία;
Πολύ ωραία και ενδιαφέρουσα ερώτηση. Για μένα, «σπίτι» είναι εκεί όπου χτυπά πιο δυνατά η καρδιά μας. Γι’ αυτό και το σπίτι μου θα είναι πάντα η Κύπρος, ακόμη κι αν δεν ζω εκεί.
Ταυτόχρονα, σπίτι είναι και οι άνθρωποί μου. Είναι η Αθήνα, η καθημερινότητά μου, και ο σύντροφος της ζωής μου, ο Μπάμπης, που νιώθω πως με κάνει κάθε μέρα πιο χαρούμενη και πιο ολοκληρωμένη ως άνθρωπο, δίνοντάς μου δύναμη και στήριξη.
Σπίτι είναι, όμως, και τα τραγούδια μου. Είναι αυτά που μου έχουν χαρίσει τόσες χαρές και είναι ο τρόπος που με συνδέει με τον κόσμο. Κι αυτή η σύνδεση είναι τελικά όλη μου η ζωή.

Τι είναι αυτό που σας κάνει ακόμη να ανεβαίνετε στη σκηνή με το ίδιο συναίσθημα, τόσα χρόνια μετά;
Η αγάπη μου για τη μουσική και το τραγούδι. Αισθάνομαι ότι χωρίς αυτά δεν θα μπορούσα να υπάρξω – είναι όλη μου η ζωή. Έχω ανάγκη την επαφή με τον κόσμο, αυτή τη ζωντανή σύνδεση που δημιουργείται κάθε φορά που ανεβαίνω στη σκηνή.
Για μένα, η σκηνή είναι σαν ένας άλλος κόσμος. Εκεί ταξιδεύω, ζωντανεύω τα όνειρά μου, νιώθω σαν να γίνονται όλα πραγματικότητα. Ακόμη και πράγματα που στην καθημερινή μου ζωή ίσως διστάζω να πω ή να κάνω, πάνω στη σκηνή βρίσκω το θάρρος να τα εκφράσω. Εκεί παρουσιάζω μια πιο δυναμική πλευρά του εαυτού μου — και αυτό το αγαπώ βαθιά.
Έχω πραγματικά ανάγκη να βρίσκομαι πάνω στη σκηνή. Είναι ο χώρος όπου νιώθω πιο αληθινή, πιο ελεύθερη και πιο κοντά σε αυτό που είμαι.



Αν μπορούσατε να αφήσετε ένα μόνο τραγούδι ως μήνυμα στις επόμενες γενιές, ποιο θα ήταν και γιατί;
Θα έλεγα, αν και είναι δύσκολη επιλογή, το «Είμαι άνθρωπος κι εγώ», το τραγούδι με το οποίο εκπροσώπησα την Κύπρο στη Eurovision το 1994, σε στίχους και μουσική του Γιώργου Θεοφάνους. Είναι ένα πολύ σημαντικό τραγούδι για μένα και για τον τόπο μου, γιατί γράφτηκε για την Κύπρο σε μια περίοδο μόλις είκοσι χρόνια μετά την εισβολή και την κατοχή.
Μέσα από αυτό θέλαμε να περάσουμε ένα βαθιά ανθρώπινο μήνυμα: ότι είμαστε άνθρωποι και μας αξίζει σεβασμός, αξιοπρέπεια και ελευθερία. Ότι δεν μπορεί η βία να είναι η απάντηση, γιατί ο κύκλος της βίας γεννά μόνο περισσότερη βία – και αυτό είναι κάτι που δεν θέλουμε. Αυτό που θέλουμε είναι να μπορούμε να ζούμε με αγάπη.
Για μένα, αυτό είναι και το μήνυμα που θα ήθελα να μείνει στις επόμενες γενιές: ότι μπορεί να υπάρχουν πράγματα που φαίνεται να μας χωρίζουν, αλλά είναι πολύ περισσότερα εκείνα που μας ενώνουν. Και πως, τελικά, η αγάπη μπορεί να είναι αρκετή για να μας ενώσει – αν το πιστέψουμε πραγματικά. 🖋
EVRIDIKI FACEBOOK | EVRIDIKI INSTAGRAM






