Πιστεύουμε ότι αυτή η ιστορία εκφράζει, χωρίς περισπασμούς, τον τρόπο με τον οποίο παράγουν και προσπαθούν να μεταφέρουν τις απόψεις τους οι ανορθολογιστές και αυτοί που παράγουν και διαδίδουν ψευδοεπιστήμη στη σύγχρονη κοινωνία.

Το 1986, ο Harry Gordon Frankfurt, Αμερικανός φιλόσοφος, δημοσιεύει μία επιστημονική εργασία με τον αξιοπρόσεχτο τίτλο «On Bullshit». Στα Ελληνικά θα μπορούσαμε να τον μεταφράσουμε, εκφραζόμενοι κοσμίως, ως «περί ασυναρτησιολογίας» ή ίσως, «περί σκουπιδολογίας».
Επειδή όμως η λέξη «bullsit» αποδίδει καλύτερα το νοηματικό περιεχόμενο και «ηχεί» ωραιότερα στα αυτιά μας, θα την κρατήσουμε ως έχει. Η εργασία του Frankfurt εκδόθηκε ως βιβλίο το 2005 και παρέμεινε για 27 εβδομάδες στη λίστα των best seller των New York Times.
Συζητήθηκε στην τηλεοπτική εκπομπή The Daily Show with Jon Stewart, καθώς και σε μια συνέντευξη με έναν εκπρόσωπο των εκδόσεων Princeton University Press . Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το βιβλίο On Bullshit να χρησιμεύσει ως βάση για το επόμενο βιβλίο του Frankfurt με τίτλο On Truth, το οποίο δημοσιεύτηκε την επόμενη χρονιά. Το βιβλίο αυτό μελετάει τις συνέπειες του γεγονότος ότι η κοινωνία έπαψε να εκτιμάει την αξία της αλήθειας.

Επομένως, τι εξετάζει ο συγγραφέας στο βιβλίο On Bullshit, ώστε να θεωρούμε αξιοσημείωτη την αναφορά του;
Ο Frankfurt εστιάζει στη διαφορά του ψευδόμενου ανθρώπου από τον bullshitter. Και οι δύο καταλογίζονται, εκ του αποτελέσματος, με την πρόθεση της εξαπάτησης. Όμως, ο πρώτος ξέρει ποια είναι η αλήθεια και γνωρίζει τους αντικειμενικούς περιορισμούς που επιβάλλει η πραγματικότητα. Αυτό που προσπαθεί να κάνει είναι να ξεγελάσει το θύμα του ως προς την ύπαρξη των περιορισμών αυτών. Δημιουργεί ένα σώμα ισχυρισμών και αναπτύσσει τεχνικές που προσπαθούν να πείσουν πάνω σε μία στέρεη βάση του πραγματικού.
Ο δεύτερος, ο bullshitter, δεν ενδιαφέρεται για την πραγματικότητα. Δεν προσπαθεί να πει πια είναι η αντικειμενική αλήθεια αλλά ούτε και να την αποκρύψει. Τα κίνητρά του δεν έχουν να κάνουν, ούτε καθορίζονται, από την πραγματικότητα και από το πώς έχουν, όντως, τα πράγματα. Ο κόσμος της μετα-αλήθειας, όπως -ίσως- γνωρίζουμε, ταιριάζει τέλεια στο bullshitting 1.

Η ιστορία και η θεωρία του bullshitter, είναι συνήθως πιο δημιουργικές από αυτήν του ψευδόμενου. Ο ψευδόμενος εισάγει το ψεύδος σε ένα συγκεκριμένο σημείο της πραγματικότητας, δημιουργεί μία ιστορία και γνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στο ψεύδος και στην αλήθεια σε όλη την πορεία. Αντιθέτως, ο bullshitter αλλοιώνει το πλαίσιο αναφοράς και υπό αυτή την έννοια δεν περιορίζεται από την πραγματικότητα που περιορίζει τον ψευδόμενο. Το έργο του μπορεί να είναι δυσκολότερο, καθώς απαιτείται από αυτόν επινοητικότητα, αυτοσχεδιασμός και -πιθανότατα- δημιουργία συνθέσεων με νόημα. Τουλάχιστον οι λεκτικές συνθέσεις να μπορούν να βγάζουν νόημα φαινομενικά και όχι υπό τον αυστηρό έλεγχο ενός σκεπτικιστή, ενός ορθολογιστή ή ενός γνώστη του αντικειμένου αναφοράς.
Εν κατακλείδι, ο bullshitter κατά τον Frankfurt, εκφέρει λόγο και απόψεις με το κύρος ειδικών χωρίς ο ίδιος να είναι ειδικός ή, ακόμα και να είναι, δεν έχει την επαρκή γνώση του θέματος για το οποίο εκφέρει γνώμη.

Μήπως μας θυμίζει κάτι όλη αυτή η ιστορία περί bullshitting;
Θεωρούμε ότι η περιγραφή του bullshitter ταιριάζει τέλεια στους περισσότερους ψευδοεπιστήμονες. Δεν γνωρίζουν το αντικείμενο της επιστήμης το οποίο χρησιμοποιούν για να ενισχύσουν το κύρος της θεωρίας τους. Χρησιμοποιούν, όμορφες φαινομενικά εκφράσεις για να αναπτύξουν τις θεωρίες τους, δημιουργούν όμορφες φαινομενικά ιστορίες, αλλά χωρίς κανένα επιστημονικό κύρος. Παραμένουν όμορφες μυθοπλασίες ή/και ασυνάρτητες -επιστημονικά- γενικολογίες.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η «σκουπιδολογία» ή η «ασυναρτησιολογία» ταιριάζει, ως έκφραση, σε αυτή την περίπτωση. Και θα τολμούσαμε να εισάγουμε, στο σημείο αυτό, την ορολογία του bullscience. Οι περισσότεροι ψευδοεπιστήμονες ασκούν bullscience, όταν διαφημίζουν τη θεωρία τους ως επιστημονική. Παραποιούν την πραγματικότητα, δεν τους νοιάζει τι είναι αλήθεια και τι ψέμα και εκφέρουν τις απόψεις τους ως «ειδικοί» του «πεδίου» τους.

Θεωρούμε ότι η συζήτηση περί κβαντικής συνείδησης αποτελεί ένα καλό -σχετικό- παράδειγμα. Υπήρξαν -και υπάρχουν-, σοβαροί επιστήμονες -και δη νομπελίστες- που ενέπλεξαν την ανθρωπική αρχή, τη συνείδηση, τον παρατηρητή και την έννοια του Θεού σε θεωρίες που αφορούσαν τη σύνδεσή μας με το σύμπαν ως Όλον. Όλοι αυτοί γνωρίζουν πολύ καλά την επιστήμη τους και απλά κάνουν μία αυθαίρετη μετάβαση από την επιστήμη σε μία παραδοχή που παρερμηνεύει την επιστήμη ή δεν αποτελεί κοινή παραδοχή των περισσότερων επιστημόνων. Οι πολλαπλές ερμηνείες της κβαντομηχανικής ευνοούν τέτοιες, αυθαίρετες εικασίες.
Σε αυτή την περίπτωση θεωρούμε ότι ο -κατά τα άλλα επιστήμονας- ασκεί ψευδο-επιστήμη με την αυστηρή εννοιολογική σημασία του προθέματος ψευδο- που -μόλις- παραθέσαμε. Ενώ γνωρίζει τους αντικειμενικούς περιορισμούς που επιβάλει η επιστημονική πραγματικότητα εισάγει σε ένα συγκεκριμένο σημείο της θεωρίας του -ένα ή περισσότερα- αναπόδεικτα στοιχεία.
Κάνει ένα αυθαίρετο λογικό άλμα και συνδέει την ανθρώπινη συνείδηση -τον ανθρώπινο παρατηρητή- με το σύμπαν. Με αυτό τον τρόπο παραποιεί την επιστημονική θεωρία και «χτίζει» ένα σώμα ψευδών ισχυρισμών, προσπαθώντας να πείσει πάνω στη στέρεη βάση του επιστημονικά παραδεκτού. Όλοι οι υπόλοιποι που ασχολούνται με την κβαντική συνείδηση, την κβαντική θεραπεία, την κβαντικη ψυχολογία, τα κβαντικά -νοητικά- άλματα, απλά ασκούν bullscience.
Δεν γνωρίζουν καν τι είναι στην πραγματικότητα η κβαντική φυσική. Δεν μπορούν να επιλύσουν τις διαφορικές εξισώσεις της, δεν γνωρίζουν τι σημαίνει κατάρρευση κυματοσυνάρτησης ή τι σημαίνει κβαντική μέτρηση, αρχή της απροσδιοριστίας, κβαντική σύμπλεξη.
Δεν μπορούν να μελετήσουν οποιοδήποτε φαινόμενο αφορά την πραγματική κβαντική επιστήμη με τον συμπαντικό μικρόκοσμο ή/και το συμπαντικό μεγάκοσμο. Δημιουργούν -φανταστικές- όμορφες ιστορίες, οι οποίες αν εξεταστούν με τη ματιά ενός γνώστη της κβαντικής επιστήμης, απλά είναι σκέτες ασυναρτησίες. Σκουπιδολογία. Bullshitters που γράφουν και διαδίδουν bullscience.

Ο ψηφιακός κόσμος της μετα-αλήθειας αποτελεί το ιδανικό πεδίο ανάπτυξης κατασκευασμένων θεωριών. Τόσο οι bullshitters όσο και οι ψευδόμενοι μπορούν να εκφράσουν και να διαδώσουν τις θεωρίες τους, εύκολα και αβίαστα στον κόσμο της νέας ψηφιακής συνθήκης.
Μέχρι στιγμής, η ψηφιακή μετα-αλήθεια αναδεικνύει -κυρίως- τον αρνητικό της χαρακτήρα. Όμως, μολονότι η παραγωγή γνώσης στον ψηφιακό χώρο φαίνεται να ενθαρρύνει μια σχετική αδιαφορία για την αντικειμενική πραγματικότητα, η ελευθερία που είναι συνυφασμένη με τον χειρισμό της ψηφιακής δυνητικότητας υποκρύπτει σημαντικές δημιουργικές δυνατότητες 2 που ακόμα δεν έχουν εκδηλωθεί πλήρως στον χώρο της γνώσης και του πολιτισμού.

1 Ο χώρος της διαφήμισης και της πολιτικής θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μετα-αληθειακοί χώροι με εμφανή χρήση του bullshitting. Στη σύγχρονη ψηφιακή συνθήκη αυτοί οι δύο κοινωνικοί θεσμοί έχουν βρει ένα νέο και «πολλά υποσχόμενο» -ψηφιακό- χώρο έκφρασης.
2 Δυνατότητες που θα μπορούσαν να διοχετευθούν στην τέχνη, την εικονική πραγματικότητα, την ψηφιακή τεχνολογία κ.α. Ίσως, θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί και η επιστήμη τέτοιες δημιουργικές δυνατότητες. Για παράδειγμα, η παλαιοντολογία ή η γεωλογία,
θα μπορούσε να κατασκευάσει δυνητικές πραγματικότητες που εμπεριέχουν συνδετικούς κρίκους που της λείπουν στη διάρκεια της ιστορίας του πλανήτη μας, από τη δημιουργία του μέχρι σήμερα, λόγω έλλειψης απολιθωμάτων και άλλων γεωλογικών στοιχείων.



