Ένα άρωμα που δεν βλέπεις αλλά σε βρίσκει, όπως μια ευωδιά καλοκαιριού που γεμίζει τον αέρα και φέρνει ένα απρόσμενο χαμόγελο. Έτσι περιγράφει η Ελεάννα Πιτσικάκη το πρώτο της άλμπουμ, «Άρωμα». Ένας δίσκος που γεννήθηκε μέσα από μνήμες, ρίζες και διαδρομές, και που κουβαλά το αποτύπωμα ανθρώπων, τόπων και στιγμών. Από τις ελιές και τα τοπία της Κρήτης έως τις όχθες του Ρήνου, η μουσικός υφαίνει έναν ήχο που ισορροπεί ανάμεσα στην παράδοση και το σήμερα, έναν ήχο εξομολογητικό, που ψιθυρίζει ιστορίες και ανοίγει δρόμους συναισθημάτων.
Το «Άρωμα» δεν είναι μόνο ένας τίτλος, είναι μια μυστική γλώσσα ανάμεσα στην ψυχή και τη μνήμη, μια υπενθύμιση πως ό,τι μας καθορίζει πραγματικά δεν χάνεται ποτέ. Είναι η αγάπη, η ελπίδα, η απώλεια, η χαρά και η νοσταλγία, όλα μετουσιωμένα σε μουσική.
Λίγες μέρες πριν επιστρέψει στην Κρήτη από το εξωτερικό για τις πρώτες της εμφανίσεις με το «Άρωμα», η Ελεάννα μίλησε στο BEST magazine για τη δημιουργία του δίσκου, τις συνεργασίες που άφησαν το δικό τους στίγμα, τις προκλήσεις ενός πρώτου προσωπικού έργου, αλλά και τη συγκίνηση να παρουσιάζει τα τραγούδια της στον τόπο όπου γεννήθηκαν οι περισσότερες εμπνεύσεις της.

Συνέντευξη Στέλιος Κουνδουράκης

Το νέο σας άλμπουμ έχει τον τίτλο «Άρωμα». Τι κρύβεται πίσω από αυτή τη λέξη και τι σημαίνει για εσάς προσωπικά;
Ο τίτλος «Άρωμα» δεν είναι τυχαίος, είναι μια λέξη που κουβαλά μνήμη, συναίσθημα και ταυτότητα. Όπως ένα άρωμα μπορεί να σε ταξιδέψει σε στιγμές του παρελθόντος ή να σε τυλίξει με μια αίσθηση οικειότητας, έτσι και τα τραγούδια του άλμπουμ έχουν φτιαχτεί για να αγγίξουν τις πιο προσωπικές και κρυφές μας πλευρές.
Για μένα, το «Άρωμα» συμβολίζει όλα όσα δεν εκφράζονται εύκολα με λόγια αλλά τα νιώθεις έντονα. Την αγάπη, τη νοσταλγία, την απώλεια, την ελπίδα. Είναι ο τρόπος μου να αποτυπώσω συναισθήματα που θέλω να μείνουν στον χρόνο, όπως μένει μια αγαπημένη ευωδιά στη μνήμη μας.

Ο τίτλος «Άρωμα» γεννήθηκε σαν μια μυστική γλώσσα ανάμεσα στην ψυχή και τη μνήμη. Το άρωμα είναι κάτι άυλο, κι όμως σε τυλίγει ολόκληρο, δεν το βλέπεις, δεν μπορείς να το κρατήσεις, κι όμως μένει ανεξίτηλο μέσα σου. Έτσι θέλησα να είναι και αυτό το άλμπουμ, μια συλλογή στιγμών που δεν φωνάζουν, αλλά ψιθυρίζουν, που δεν ξεχνιούνται, αλλά επιστρέφουν κάθε φορά που τις ανακαλείς, όπως μια ευωδιά που σε γυρίζει σε έναν άνθρωπο, σε ένα βλέμμα, σε μια εποχή.

Στην αφίσα βλέπουμε τη φράση «Άρωμα γυναίκας, μάνας, ανάμνησης». Μπορείτε να μας εξηγήσετε πώς συνδέεται με τη μουσική σας και ποια συναισθήματα θέλατε να αποτυπώσετε;
Η φράση «Άρωμα γυναίκας, μάνας, ανάμνησης» είναι ο πυρήνας όλης της μουσικής μου σε αυτό το άλμπουμ. Και δεν αφορά μόνο τη γυναίκα, τη μάνα ή την ανάμνηση, είναι άρωμα αγάπης, ελπίδας, χαράς, στεναχώριας, μοναξιάς… Από τη στιγμή που γεννιέται ένα μωρό, το πρώτο του κλάμα καταλαγιάζει μόλις βρεθεί στην αγκαλιά της μητέρας του. Κι ενώ δεν έχει δει ακόμη τον κόσμο, αναγνωρίζει τη μυρωδιά της, εκείνη τη μοναδική ευωδιά που γίνεται πηγή ζωής, άγκυρα ασφάλειας και γαλήνης.

Κάθε συναίσθημα είναι γένους θηλυκού και κουβαλά βαθύτερο νόημα
Αυτές οι μυρωδιές –της μάνας, της γυναίκας, της ανάμνησης– είναι τα αρώματα που μας συνοδεύουν για πάντα, που μένουν ανεξίτηλα στην ψυχή μας. Κάθε στιγμή, κάθε συναίσθημα, έχει κάτι να μας δώσει.

Παρατηρήσατε ότι όλα τα συναισθήματα –αγάπη, χαρά, μοναξιά– είναι γένους θηλυκού; Το φεστιβάλ έχει φέτος θέμα τη γυναίκα, κι αυτό με έκανε να εμπλουτίσω τον τίτλο. Η γλώσσα μας είναι σοφή, δεν είναι τυχαίο ότι οι λέξεις αυτές ορίζονται ως θηλυκές.
Η καθεμία κουβαλά ένα βαθύτερο νόημα. Έτσι και το «Άρωμα» δεν είναι απλώς ένας τίτλος, αλλά μια γέφυρα ανάμεσα στη μουσική και τα πιο κρυφά συναισθήματα, μια υπενθύμιση πως ό,τι πραγματικά μας καθορίζει, δεν χάνεται ποτέ.

Το άλμπουμ χαρακτηρίζεται σαν ένα «μουσικό ημερολόγιο». Αν έπρεπε να το περιγράψετε με τρεις λέξεις, ποιες θα διαλέγατε;
Ρίζες, μνήμη και μοναξιά, αυτές νομίζω θα έλεγα.

Στη διαδικασία της δημιουργίας συνεργαστήκατε με εξαιρετικούς μουσικούς (Lukas Ebner, Vladimir Dindiryakov, Alisa Pou Montz, Samuel Wahllandt, Ισίδωρο Παπαδάκη). Τι έφερε ο καθένας ξεχωριστό στον ήχο του Άρωμα;
Στο δίσκο δεν συμμετείχαν η Alisa και ο Ισίδωρος. Στο μπάσο έπαιξε ο Marvin Kollmann.
Η δημιουργία του «Άρωμα» ήταν μια συλλογική εμπειρία. Τι εννοώ με αυτό; Υπήρχε χώρος για όλους και όλοι εξέφραζαν τη γνώμη τους. Πολλές φορές έλεγα μια ιδέα στα παιδιά και εκείνοι την έπαιζαν ακόμη πιο όμορφα απ’ ό,τι την είχα φανταστεί. Δουλέψαμε με σεβασμό και κατανόηση, γι’ αυτό και το αποτέλεσμα έχει τόσες αποχρώσεις.
Ο Lukas Ebner, με το πιάνο του, έδωσε μια αέρινη, σχεδόν ποιητική διάσταση, σαν να γράφει λέξεις χωρίς φωνή. Ο Vladimir Dindiryakov, με το καβάλι του, έφερε τον ήχο της παράδοσης, εκείνον τον αναστεναγμό που σε αγγίζει κατευθείαν στην ψυχή. Ο Samuel Wahllandt πρόσθεσε χρώμα και ατμόσφαιρα με τα τύμπανα, δίνοντας έναν παλμό που σε ταξιδεύει. Και ο Marvin Kollmann, στο μπάσο, υπήρξε η ρίζα που κράτησε όλα τα κομμάτια γειωμένα, χαρίζοντας σταθερότητα αλλά και μια ζεστή αγκαλιά στον ήχο. Μάλιστα, πολλές φορές κάτι που ξεκινούσε σαν αστείο από κάποιον, κατέληγε να γίνεται πραγματικά μέρος του κομματιού!
Ο καθένας τους άφησε το δικό του «άρωμα» μέσα στον δίσκο. Κι αυτό είναι που κάνει τη μουσική τόσο ζωντανή, το ότι αποτελεί αποτέλεσμα πολλών ψυχών που συναντήθηκαν και έπλεξαν μαζί μια κοινή αφήγηση.


Η ηχογράφηση και η παραγωγή ενός πρώτου προσωπικού άλμπουμ είναι πάντα ένα «βάπτισμα του πυρός». Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση για εσάς σε αυτή τη διαδικασία;
Αα, είχαμε πολλές προκλήσεις! Υπήρξαν στιγμές που πραγματικά σκέφτηκα «Εντάξει, δεν θα το βγάλουμε ποτέ». Η μεγαλύτερη όμως πρόκληση ήταν να αφήσω τον εαυτό μου εντελώς εκτεθειμένο. Στην πρώτη προσωπική δουλειά δεν έχεις κάτι να κρυφτείς πίσω του, κάθε λέξη, κάθε νότα, κάθε ανάσα είναι δική σου και φανερώνει τον εσωτερικό σου κόσμο.
Έπρεπε να ισορροπήσω ανάμεσα στην τεχνική τελειότητα και στη συναισθηματική αλήθεια, να εμπιστευτώ τη διαδικασία και τους ανθρώπους γύρω μου, και κυρίως να πιστέψω πως αυτό που έχω να πω αξίζει να ακουστεί. Αυτό το «βάπτισμα του πυρός» τελικά με ωρίμασε, γιατί με έμαθε πως η μουσική γεννιέται από την αλήθεια και όχι από την ασφάλεια.

Παράλληλα, με βασάνιζαν κι άλλες σκέψεις «Χρειάζεται αυτό ο κόσμος; Είναι ωραίο; Μπορεί σε έναν χρόνο να το ακούω και να λέω “Χριστέ μου, τι ήταν αυτό;”». Στο τέλος, όμως, συνειδητοποίησα πως ο καθένας έχει το δικαίωμα να αλλάζει. Η μουσική –που κι αυτή είναι γένους θηλυκού– γεννάει, καθρεφτίζει την κοινωνία αλλά κι εμάς τους ίδιους. Εκείνη τη στιγμή έτσι έπαιξα, έτσι ένιωσα, και αυτό είναι απόλυτα εντάξει.
Και φυσικά υπήρξαν και οι πρακτικές δυσκολίες, ακυρώσεις προβών λόγω προβλημάτων υγείας, χαμένες μέρες στούντιο, τεχνικά ζητήματα με τις ηχογραφήσεις, το γεγονός ότι αρχικά κυκλοφόρησε χωρίς δισκογραφική εταιρεία… Όλα αυτά μας καθυστέρησαν και μας δοκίμασαν. Όμως κάθε δυσκολία άφησε το αποτύπωμά της και έκανε το αποτέλεσμα ακόμη πιο αληθινό.

Το κανονάκι είναι ένα όργανο που κουβαλά παράδοση, αλλά εσείς το εντάσσετε σε μια σύγχρονη, πολυστυλιστική αφήγηση. Πώς βρίσκετε την ισορροπία ανάμεσα στο παραδοσιακό και στο σύγχρονο στοιχείο;
Η ισορροπία για μένα δεν είναι κάτι που αναζητώ συνειδητά, προκύπτει φυσικά, γιατί έτσι αντιλαμβάνομαι τη μουσική. Το κανονάκι κουβαλά μέσα του αιώνες παράδοσης, είναι σαν ένας ζωντανός οργανισμός που μιλάει με μνήμες. Την ίδια στιγμή, όμως, εγώ το βιώνω στο σήμερα, με όλες τις επιρροές και τις εμπειρίες που κουβαλώ. Όταν παίζω, δεν σκέφτομαι αν πρέπει να ακουστεί «παραδοσιακό» ή «σύγχρονο». Απλώς αφήνω το όργανο να εκφραστεί μέσα από τον δικό μου κόσμο.

Η παράδοση είναι η ρίζα, το σύγχρονο στοιχείο ο αέρας που φυσά πάνω της
Έτσι, η παράδοση γίνεται η ρίζα, το σημείο εκκίνησης, και το σύγχρονο στοιχείο είναι ο αέρας που φυσάει πάνω της και την κάνει να ζωντανεύει ξανά με έναν νέο τρόπο. Το κανονάκι μπορεί να ψιθυρίσει μνήμες αλλά και να συνομιλήσει με σύγχρονους ήχους κι αυτή η συνύπαρξη είναι που το κάνει μαγικό.
Η παράδοση είναι η μουσική που παίζονταν για χρόνια και εκφράζει μια περιοχή, μια χώρα, έναν λαό. Εγώ δημιουργώ τη δική μου παράδοση. Η επιστροφή στις ρίζες είναι σημαντική, γιατί μόνο έτσι μπορείς να προχωρήσεις μπροστά.


Επιστρέφετε στην Κρήτη για να παρουσιάσετε το άλμπουμ σας με τρεις εμφανίσεις: Ηράκλειο, Ρέθυμνο, Μουσείο Θύραθεν. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η επιστροφή στον τόπο σας με δικό σας έργο;
Η επιστροφή στην Κρήτη με το «Άρωμα» είναι για μένα κάτι πολύ πιο βαθύ από μια απλή εμφάνιση. Είναι σαν να γυρίζεις σπίτι μετά από ένα μεγάλο ταξίδι, φέρνοντας μαζί σου όλα όσα έχεις ζήσει, δημιουργήσει και μάθει. Ο τόπος μου, οι μνήμες και οι μυρωδιές του, υπήρξαν πηγή έμπνευσης για τη μουσική μου, τώρα, η μουσική επιστρέφει σε αυτόν τον χώρο σαν μια μορφή διαλόγου, σαν να μοιράζομαι με τους ανθρώπους που μεγάλωσα μαζί την καρδιά και τις ιστορίες μου.
Το άλμπουμ έχει πολλά κομμάτια επηρεασμένα και βασισμένα στην Κρήτη, σε αυτόν τον μαγικό τόπο. Για μένα είναι ξεχωριστό να ακουστούν εκεί όπου ξεκίνησαν όλα. Η επαφή μου με τη μουσική, οι στιγμές που γέννησαν τα τραγούδια, επιστρέφουν στη «ρίζα» τους. Είναι μια στιγμή συγκίνησης και ευγνωμοσύνης, να παίζεις σε μέρη που σε διαμόρφωσαν, μπροστά σε ανθρώπους που σε γνωρίζουν, και να βλέπεις τη μουσική σου να βρίσκει ανταπόκριση εκεί που πρωτογεννήθηκε… δεν συγκρίνεται με τίποτα.

Για μένα, αυτή η επιστροφή είναι γιορτή, αναγνώριση και ολοκλήρωση ενός κύκλου δημιουργίας. Δεν κρύβω πως με αγχώνει πολύ – θα έχω από κάτω τόσα γνώριμα πρόσωπα και θα είναι σαν τότε, στις πρώτες συναυλίες! Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη, αυτή θα είναι η πρώτη φορά που τα κομμάτια του άλμπουμ θα παιχτούν live. Γι’ αυτό και ήθελα η επίσημη κυκλοφορία, η μέρα που ο δίσκος θα ανοίξει στο διαδίκτυο, να συνδυαστεί με μια συναυλία στο Ηράκλειο, στον τόπο μου.
Μετά ακολουθεί το Ρέθυμνο, σε έναν καταπληκτικό χώρο, το Ωδείο. Και ο κύκλος της παρουσίασης κλείνει στο καλύτερο σημείο, στο μουσείο Θύραθεν, του αδερφού μου! Τι πιο όμορφο από το να σταθούμε στη σκηνή μαζί, με τον Ισίδωρο Παπαδάκη, σε ένα ντουέτο που για μένα έχει ιδιαίτερη σημασία.

Στις συναυλίες της Κρήτης, τι να περιμένει το κοινό; Θα ακούσουμε μόνο τα κομμάτια του δίσκου ή και άλλες εκπλήξεις;
Στη συναυλία θα παρουσιαστούν αποκλειστικά τα κομμάτια του δίσκου, αλλά με έναν πιο ζωντανό αέρα – όχι όπως στο στούντιο. Θέλω να καλέσω το κοινό να «μυρίσει» το άρωμα, ο καθένας το δικό του, να βρει μέσα στη μουσική αυτό που τον αγγίζει, αυτό που τον «καθαρίζει» και τον γεμίζει. Σίγουρα το κοινό θα πάρει ενεργά μέρος σε αυτή την εμπειρία, γιατί το «Άρωμα» δεν είναι μόνο δικό μου, είναι όλων μας.

Ανάμεσα στις συνθέσεις του Άρωμα, υπάρχει κάποιο κομμάτι που νιώθετε πιο «δικό σας» ή που κουβαλά μια ιδιαίτερη ιστορία;
Χμ… δύσκολη ερώτηση! Όλα τα κομμάτια είναι ιδιαίτερα και όλα κουβαλούν τη δική τους ιστορία. Αν όμως έπρεπε να ξεχωρίσω ένα, θα έλεγα τον «Αποχαιρετισμό». Όταν το άκουσε η οικογένειά μου, συγκινήθηκαν πολύ, ήταν ένα από τα τραγούδια που τους άγγιξε βαθιά και τους άρεσε ιδιαίτερα. Ίσως γιατί αυτό το κομμάτι είναι και το πιο κοντά στις ρίζες μου.


Είστε μια μουσικός που ζει και δημιουργεί στη Γερμανία, αλλά έχει βαθιές ρίζες στην Κρήτη. Πώς νιώθετε ότι η διπλή αυτή ταυτότητα επηρεάζει τον ήχο και την καλλιτεχνική σας πορεία;
Φαντάσου έναν ορειβάτη που κουβαλάει το σακίδιό του με όλα τα απαραίτητα. Έτσι κι εγώ, η Ελλάδα, η Γερμανία και όσα βρίσκονται ενδιάμεσα με έκαναν αυτό που είμαι σήμερα.
Η μουσική μου είναι σαν το αεράκι που περνά από τα βουνά της Κρήτης και αγγίζει τις άκρες του Ρήνου, σαν τον ήχο του λαούτου που αντηχεί στα σοκάκια του Ηρακλείου και σμίγει με τον ηλεκτρονικό παλμό της πόλης. Αυτή η διπλή ταυτότητα είναι το χώμα από το οποίο φυτρώνω και η θάλασσα στην οποία πλέω.

Η μουσική μου είναι το αεράκι της Κρήτης που αγγίζει τον Ρήνο
Δεν είναι μόνο αυτές οι δύο χώρες. Είναι και οι συνεργάτες μου από τη Βουλγαρία, τη Συρία, την Τουρκία, το Ιράν, όλοι έχουν αφήσει μέσα μου το δικό τους μουσικό αποτύπωμα.
Η Κρήτη, με τη μυρωδιά της γης και τη βαρύτητα της παράδοσης, μου δίνει τη δύναμη του αιώνιου, τη θρησκευτική τελετουργία του τοπίου, την απλότητα της ζωής μέσα στη φύση. Εκεί, μέσα στις ελιές και τα χωράφια, η μουσική αποκτά κάτι ξεχωριστό. Λατρεύω την ελιά – έχω και στο κανονάκι μου μια ελιά χαραγμένη. Είναι σύμβολο τεράστιας σημασίας εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Κι εγώ, ως μουσικός, απορροφώ κάθε ήχο, κάθε ψίθυρο, και τον κάνω δικό μου. Η Γερμανία, από την άλλη, είναι ο τόπος που με φέρνει αντιμέτωπη με τη σύγχρονη αναζήτηση, την αποδόμηση της παράδοσης, το διαπολιτισμικό στοιχείο, το τρέξιμο της καθημερινότητας. Είναι η ανάγκη να εφεύρω κάτι νέο, να συνδυάσω την πλούσια κληρονομιά μου με τον πειραματισμό και την ανανέωση. Να βρω «εμένα», να βρω κάτι που μου δίνει ασφάλεια ανάμεσα στο «ξένο».
Εκεί, η μουσική γίνεται πιο εσωτερική, μια αναζήτηση μέσα στο χάος του σύγχρονου κόσμου. Όμως οι ρίζες μου με κρατούν γερά στη γη της Κρήτης και της Μικράς Ασίας, που για το κανονάκι παραμένει ένας φάρος φωτεινός.

Πώς ελπίζετε να αγγίξει το Άρωμα το ελληνικό και το διεθνές κοινό; Τι θα θέλατε να μείνει στον ακροατή όταν τελειώσει η ακρόαση του δίσκου;
Ελπίζω το «Άρωμα» να αγγίξει τον ακροατή με την ίδια αίσθηση που αφήνει το άρωμα ενός περαστικού στο δρόμο, εκείνη τη στιγμή που λες «πω, τι ωραία μυρωδιά», χωρίς να ξέρεις από πού έρχεται. Ή σαν το άρωμα που αφήνει το καλοκαίρι, δεν το βλέπεις, δεν μπορείς να το αγγίξεις, αλλά σου φέρνει στο πρόσωπο ένα χαμόγελο.
Θα ήθελα να μείνει αυτή η παιδικότητα που όλοι κρύβουμε μέσα μας, η αίσθηση που σε κάνει να λες «Αχ, τι ωραία που ήταν, πρέπει να ξαναπάμε!»

Μετά την κυκλοφορία και την παρουσίαση του Άρωμα, ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας; Να περιμένουμε περιοδεία, νέες συνεργασίες ή ίσως και καινούργιες συνθέσεις;
Εύχομαι να ακολουθήσει και μια περιοδεία, ενώ ήδη ετοιμάζονται καινούργιες συνθέσεις αλλά και νέες συνεργασίες. Χαίρομαι πραγματικά για ό,τι έρχεται και νιώθω ευγνώμων για όλα όσα έχουν συμβεί μέχρι τώρα. Είμαι ανοιχτή σε κάθε καλό που θα φέρει το μέλλον. 🖋

ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ 31/10, 1/11, 3/11



