Η Agatha Wieruszewska ή αλλιώς η Πολωνή δημιουργός που βρήκε στην Κρήτη το αληθινό της σπίτι – είναι μια καλλιτέχνις που ζωγραφίζει με τα χρώματα της καθημερινότητας και τα νήματα της παράδοσης.
Στους πίνακές της συναντά κανείς τις μορφές των ανθρώπων του χωριού, τις μικρές τελετουργίες της ζωής, τις χειρονομίες που μιλούν περισσότερο από τις λέξεις. Η ίδια βλέπει την τέχνη όχι ως διακόσμηση της ζωής, αλλά ως τη φυσική της συνέχεια, μια πράξη που ενώνει, συγκινεί και διατηρεί μνήμες ζωντανές.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλάει για τη μετάβασή της από την Πολωνία στην Κρήτη, για τη σημασία της αγάπης ως στάσης ζωής και για το όραμά της να κάνει την τέχνη μια ανοιχτή γέφυρα ανάμεσα στους ανθρώπους.
“English below”

Συνέντευξη Στέλιος Κουνδουράκης
Φωτογραφίες Ανδρέας Μαρκάκης
Μετάφραση Anna Laudanska

Μεγαλώσατε στην Πολωνία, όμως η έμπνευση και το σπίτι σας βρέθηκαν στην Κρήτη. Πώς έγινε αυτή η μετάβαση και τι ήταν αυτό που σας κράτησε εδώ;
Η Πολωνία ήταν η γη των παιδικών μου χρόνων, εκεί όπου έμαθα να βλέπω τον κόσμο με ευαισθησία και να καλλιεργώ μια ιδιαίτερη εσωτερικότητα. Οι εικόνες της παιδικής ηλικίας, οι πρώτες εμπειρίες, οι ήχοι και οι μυρωδιές με ακολούθησαν σαν ένα υπόστρωμα ζωής.
Η Κρήτη, όμως, μου πρόσφερε κάτι διαφορετικό: έναν χώρο όπου μπορούσα να αναπνέω με τον δικό μου ρυθμό, ένα φως που άλλαζε τον τρόπο που έβλεπα τον κόσμο, μια θάλασσα που έγινε πηγή έμπνευσης και μια καθημερινότητα πιο γνήσια και ανθρώπινη.
Δεν ήταν μια απόφαση στιγμής· ήταν μια διαδικασία αργής εξοικείωσης, σαν να έβρισκα σταδιακά το βηματισμό μου μέσα σε έναν καινούργιο τόπο. Έμεινα γιατί ένιωσα ότι εδώ η τέχνη δεν είναι κάτι εξωτερικό, αλλά μια φυσική συνέχεια της ζωής. Στην Κρήτη, η δημιουργία μπλέκεται αβίαστα με την καθημερινότητα, και αυτό είναι το βαθύτερο νόημα του να νιώθεις κάπου πραγματικά σπίτι σου.


Το όνομα «Αγάπη» έχει ταυτιστεί με την καλλιτεχνική σας ταυτότητα. Τι σημαίνει για εσάς;
Η λέξη «Αγάπη» κρύβει μέσα της και απλότητα και βάθος. Δεν είναι μόνο ένα όνομα, αλλά ένας τρόπος ύπαρξης που με καθοδηγεί. Είναι η ανάγκη μου να μένω κοντά στους ανθρώπους, στη γη που πατάμε και στην παράδοση που μας συνδέει με τις ρίζες μας. Στην τέχνη μου, θέλω αυτό το πνεύμα της αγάπης να είναι παρόν σε κάθε πινελιά.
Όχι η ρομαντική αγάπη που συχνά περιορίζεται σε προσωπικές σχέσεις, αλλά η αγάπη που ενώνει, που στηρίζει, που τρέφει την κοινότητα και μας κάνει να νιώθουμε μέρος ενός συνόλου. Το «Αγάπη» είναι για μένα σαν μια υπενθύμιση ότι η δημιουργία δεν είναι απομονωμένη πράξη· είναι ένας τρόπος να συνδεθείς, να μοιραστείς και να αφήσεις κάτι που αγγίζει τους άλλους με αληθινό συναίσθημα.

Στους πίνακές σας ξεχωρίζουν σκηνές από την καθημερινότητα και τη λαϊκή παράδοση. Πώς επιλέγετε τα θέματα;
Συχνά δεν είμαι εγώ που επιλέγω τα θέματα· με βρίσκουν εκείνα. Ένα τυχαίο βλέμμα στον δρόμο, η κίνηση μιας ηλικιωμένης γυναίκας που κάθεται στη σκιά, το παιχνίδι ενός παιδιού στην πλατεία — όλα αυτά είναι εικόνες που με συγκινούν και γίνονται αφορμές για δημιουργία.
Δεν γράφω σενάρια ούτε σχεδιάζω προσεκτικά το τι θα ακολουθήσει· αφήνω τη ζωή να μου μιλήσει και ακούω. Για μένα, η παράδοση δεν είναι κάτι παγωμένο σε μια προθήκη μουσείου, αλλά μια ζωντανή ύφανση που κινείται, αναπνέει και μεταβάλλεται. Θέλω να το καταγράψω πριν χαθεί, να κρατήσω την αλήθεια και την ομορφιά του μέσα στους ρυθμούς μιας εποχής που βιάζεται να ξεχάσει.


Έχετε πει ότι η παράδοση είναι «η χαρά της ζωής» και «ο χτύπος της γης». Τι εννοείτε μ’ αυτό;
Η παράδοση είναι ο τρόπος που μια κοινότητα μιλάει για τον εαυτό της και αφηγείται την ιστορία της. Στα απλά τραγούδια, στις φορεσιές, στους χορούς και στις τελετουργίες, κρύβεται η μνήμη ενός λαού. Είναι ιστορίες αγώνα, αλλά και στιγμές γιορτής· ένας τρόπος να πεις «είμαι εδώ, υπάρχω, συνεχίζω».
Η χαρά που φέρνει η παράδοση δεν είναι επιφανειακή· είναι βαθιά ριζωμένη στη γη, στον μόχθο της καθημερινότητας, στους κύκλους της φύσης. Εκεί, μέσα σε αυτούς τους ρυθμούς, ακούγεται για μένα ο χτύπος της καρδιάς της γης: κάτι διαχρονικό, που συνεχίζει να πάλλεται ακόμη κι όταν οι μορφές γύρω του αλλάζουν.

Ποιος είναι ο ρόλος της παρατήρησης και της φωτογραφίας στη δουλειά σας;
Η παρατήρηση είναι για μένα το πρώτο σκίτσο, η πρώτη πράξη δημιουργίας. Προτού ζωγραφίσω, μαθαίνω να κοιτάζω, να συλλαμβάνω την ουσία των πραγμάτων. Η φωτογραφία με βοηθά να συγκρατήσω μια στιγμή, να επιστρέψω σε αυτήν αργότερα, όταν η μνήμη έχει ήδη ντύσει την εικόνα με συναίσθημα.
Όμως αυτό που μετράει περισσότερο είναι ό,τι μένει μέσα μου: οι εικόνες που αποτυπώνονται στην καρδιά και όχι μόνο στον φακό. Γιατί ένας πίνακας δεν γεννιέται απλώς από το σχήμα ή το χρώμα, αλλά από τη συγκίνηση που αφήνει η στιγμή στον άνθρωπο που τη βίωσε.

Οι μορφές που ζωγραφίζετε αποπνέουν αντοχή και αξιοπρέπεια. Από πού αντλείτε αυτή την ενέργεια;
Από τους ίδιους τους ανθρώπους που συναντώ καθημερινά. Από τις ηλικιωμένες γυναίκες που κουβαλούν στις πλάτες τους τη σοφία και τις δοκιμασίες μιας ολόκληρης ζωής, κι όμως διατηρούν στα μάτια τους μια ακατάλυτη λάμψη. Από τους άνδρες που ιδρώνουν κάτω από τον ήλιο στα χωράφια και μετά, με την ίδια απλότητα, μοιράζονται έναν καφέ με φίλους.

Σε αυτούς βλέπω μια δύναμη που δεν φωνάζει, αλλά στέκεται ήρεμα, αξιοπρεπώς. Αυτή η ενέργεια είναι μάθημα· τη μεταφράζω σε χρώμα και γραμμή, ώστε να γίνει ορατή και να αγγίξει όσους στέκονται μπροστά στον καμβά.

Ποιες στιγμές της καθημερινότητας στην Κρήτη σας εμπνέουν περισσότερο;
Είναι οι μικρές, συχνά ασήμαντες στιγμές που έχουν τη μεγαλύτερη δύναμη. Ένας καφές σε μια αυλή, δυο γείτονες που ανταλλάσσουν κουβέντες στον δρόμο, τα παιδιά που γελούν και τρέχουν στην πλατεία.
Στην Κρήτη, οι στιγμές αυτές αποκτούν τον χαρακτήρα ενός μικρού τελετουργικού· είναι σαν μικρές γιορτές της παρουσίας και της εγγύτητας. Κάθε μέρα κρύβει μέσα της έναν τέτοιο εορτασμό, κι εγώ προσπαθώ να τον αναγνωρίσω, να τον κρατήσω ζωντανό και να τον αποτυπώσω στον καμβά μου.

Αναφέρατε ότι στην Ελλάδα βρήκατε έναν πιο αργό, ισορροπημένο ρυθμό ζωής. Πώς επηρεάζει αυτός ο ρυθμός την τέχνη σας;
Αυτός ο ρυθμός μού δίνει τον χώρο και τον χρόνο να ακούσω τον εαυτό μου με ειλικρίνεια. Στην Πολωνία συχνά ένιωθα ότι έπρεπε να τρέχω, να προλαβαίνω, να συμμορφώνομαι σε έναν βηματισμό που δεν ήταν δικός μου.

Στην Κρήτη έμαθα να σταματώ, να αφήνω τη στιγμή να με αγγίξει. Κι έτσι η ζωγραφική δεν είναι πλέον μια πράξη μηχανική· είναι ένας διάλογος με το παρόν, μια συνομιλία με την ίδια τη στιγμή που ζεις. Αυτή η ηρεμία, αυτή η ισορροπία, χαρίζει στις εικόνες μου μια ειλικρίνεια που δεν θα μπορούσε να υπάρξει αλλιώς.

Βλέπετε ομοιότητες ανάμεσα στην ελληνική και την πολωνική ψυχή, ιδιαίτερα στην ιστορία και στον αγώνα για ελευθερία. Πόσο σας αγγίζει αυτό;
Νιώθω ότι οι Έλληνες και οι Πολωνοί μοιράζονται την εμπειρία μιας δύσκολης, γεμάτης δοκιμασίες ιστορίας, αλλά και μιαν αξιοθαύμαστη ικανότητα αντοχής. Και στις δύο χώρες, το πνεύμα της ελευθερίας δεν έσβησε ποτέ. Άλλοτε εκφράστηκε μέσα από τραγούδια, άλλοτε μέσα από εξεγέρσεις, κι άλλοτε μέσα από την απλή, πείσμονα επιβίωση της καθημερινότητας.
Για μένα, αυτή η σύνδεση δεν είναι αφηρημένη· είναι προσωπική, βαθιά. Στο δικό μου ταξίδι, το πολωνικό μου παρελθόν και το ελληνικό μου παρόν συναντιούνται και συνομιλούν μέσα σε αυτή την κοινή εμπειρία της επιμονής, της αντίστασης και της αγάπης για την ελευθερία.



Κοιτώντας μπροστά, ποιο είναι το όνειρο ή το επόμενο βήμα που θέλετε να κάνετε μέσα από την τέχνη σας στην Κρήτη;
Ονειρεύομαι η τέχνη μου να γίνει μια γέφυρα ανάμεσα στους ανθρώπους. Θέλω να δημιουργήσω έναν χώρο — ένα εργαστήριο ανοιχτό, όπου η τέχνη δεν θα είναι κάτι απόμακρο ή ελιτίστικο, αλλά κοινό αγαθό. Ένα μέρος όπου η δημιουργία θα μοιράζεται, θα ενώνει και θα εμπνέει.
Ελπίζω οι πίνακές μου να θυμίζουν την αξία των απλών στιγμών, τη δύναμη των ριζών, τη σημασία του να είμαστε παρόντες. Και ταυτόχρονα, εύχομαι να ανοίγουν δρόμους σε έναν διάλογο ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς, να λειτουργούν σαν μια γλώσσα που γεφυρώνει ανθρώπους, εμπειρίες και ιστορίες. 🖋



When painting meets memory and tradition | Everyday life becomes inspiration on Agatha’s canvas | Interview
Agatha Wieruszewska – the Polish creator who found her true home in Crete – is an artist who paints with the colors of everyday life and the threads of tradition.
In her paintings one encounters the figures of village people, the small rituals of daily life, the gestures that speak louder than words. She sees art not as a decoration of life, but as its natural continuation – an act that unites, moves, and keeps memories alive.
In the following interview, she speaks about her transition from Poland to Crete, about the meaning of love as a way of living, and about her vision of making art an open bridge between people.

Interview by Stelios Koundourakis
Photography by Andreas Markakis
Translation Anna Laudanska

You grew up in Poland but found inspiration and a home in Crete. How did this transition happen, and what made you stay here?
Poland was the place of my childhood, where I learned sensitivity and a way of seeing the world. But it was Crete that opened the space in which I could breathe in a rhythm that felt truly my own. It wasn’t a sudden decision — more a process of becoming familiar with a different light, a different sea, a different everyday life.
I stayed because I felt that here art is not an addition to life, but its natural continuation. Crete gave me a home in the fullest sense of the word — a place where work and life intertwine seamlessly.

The name “Agapi” has become synonymous with your artistic identity. What does this new name mean to you?
“Agapi” is a word that carries both simplicity and depth. For me, it is not only a name but a way of being — staying close to people, to the land, and to tradition. In my art, I wish this spirit of love — not romantic love, but the kind that connects and sustains — to be felt in every painting.

In your paintings you highlight everyday life and folk tradition. How do you choose the themes and scenes you depict?
Very often, the themes find me on their own. A meeting on the street, the gesture of an elderly woman sitting in the shade, the gaze of a child playing in the village. I don’t create scripts — I listen to what life offers. For me, folklore is not a museum exhibit, but a living fabric that I want to capture before it dissolves in the rush of modernity.


You’ve said that folklore, for you, is “the joy of life” and “the heartbeat of the earth.” Could you explain this philosophy a little further?
Folklore is, for me, the way a community speaks about itself. In simple songs, costumes, and dances, there is an entire history — of both struggle and celebration. It is a joy that is not superficial, but deeply rooted in the land, in the rhythm of work, in the cycles of nature. That, for me, is the heartbeat — something that endures even as the forms may change.

How important are observation and photography in your creative process?
Observation is the first sketch. I learn to see before I begin to paint. Photography helps me to hold onto a moment, to return to it later in the quiet of my studio. But what matters most is what remains in memory and in the heart — because a painting is born out of emotion, not only from form or color.

The figures you portray often radiate resilience and dignity. Where do you draw this energy from?
I believe this energy comes from the people I meet. Elderly women carrying the weight of an entire life on their shoulders, and yet their eyes are full of light. Men working the fields under the sun, then sitting calmly over coffee. The dignity of these people is a lesson for me — and this is what I try to translate onto canvas.


Living now in Crete, which moments of daily life inspire you the most?
It is the ordinary, unassuming moments that move me most. Sharing coffee on a terrace, neighbors talking in the street, children running across the village square. Here, everyday life takes on the character of a small ritual, a celebration of presence and closeness.

You mentioned that in Greece you found a slower, more balanced rhythm of life. How does this pace influence your creativity?
This rhythm allows me to truly listen to myself. In Poland, I often felt I had to speed up, to keep up. Here, I have learned to pause. Painting at this pace is no longer just the act of creating an image, but a dialogue with the moment itself.

You see similarities between the Greek and Polish spirit, especially regarding history and the struggle for freedom. How deeply does this connection resonate with you?
I feel that Greeks and Poles share the experience of difficult history but also an extraordinary strength of endurance. In both nations, the spirit of freedom lives on — sometimes in songs, sometimes in rebellion, sometimes simply in the stubbornness of daily survival. For me, this bond is very personal. I feel that my Polish past and my Greek present meet in this shared experience.


Looking ahead, what is the dream or the next step you would like to accomplish through your art in Crete?
I would like my art to become a bridge between people. I dream of creating a space — a studio open to the local community, where art is not something distant or elitist, but shared. I hope my paintings can remind people of the value of simple moments, of the strength of rootedness, and at the same time open them to dialogue between cultures. 🖋





