Ο Δρ. Μάνος Πραματευτάκης είναι μια από τις πιο αναγνωρίσιμες προσωπικότητες στον τομέα της σύγχρονης χειρουργικής στην Ελλάδα, με αξιοσημείωτη διεθνή εμπειρία και πλούσιο ερευνητικό έργο.
Γεννημένος στην Αθήνα και μεγαλωμένος στο Ρέθυμνο, σπούδασε Ιατρική στη Φρανκφούρτη και συνέχισε την επαγγελματική του πορεία σε κορυφαία νοσοκομεία της Αγγλίας, της Γερμανίας και της Ελλάδας. Από τα πρώτα βήματα της καριέρας του έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη χειρουργική παχέος εντέρου και ορθού, εξειδίκευση την οποία υπηρέτησε με συνέπεια τόσο κλινικά όσο και επιστημονικά.
Αναπληρωτής Καθηγητής Χειρουργικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κλινικά ενεργός στο νοσοκομείο «Γ. Παπανικολάου» και στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο, ο κ. Πραματευτάκης έχει δημοσιεύσει δεκάδες μελέτες σε διεθνή περιοδικά, έχει συμμετάσχει στη συγγραφή σημαντικών ιατρικών συγγραμμάτων, και έχει διακριθεί ως εκπαιδευτής και εισηγητής σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια.
Με ιδιαίτερη έμφαση στη μοντέρνα, ελάχιστα επεμβατική χειρουργική, ο κ. Πραματευτάκης είναι από τους πρωτοπόρους στην εφαρμογή της λαπαροσκοπικής χειρουργικής παχέος εντέρου στην Ελλάδα. Αυτή η τεχνική, η οποία έχει φέρει επανάσταση στην εκτέλεση επεμβάσεων, επιτρέπει στους χειρουργούς να πραγματοποιούν επεμβάσεις μέσω μικρών τομών με τη χρήση ειδικών εργαλείων και κάμερας, μειώνοντας τον μετεγχειρητικό πόνο και επιταχύνοντας την ανάρρωση των ασθενών.
Η αφοσίωσή του στη λαπαροσκοπική χειρουργική δεν περιορίζεται μόνο στις τεχνικές πτυχές της, αλλά και στην εκπαίδευση νέων χειρουργών, καθώς θεωρεί ότι αυτή η καινοτόμος προσέγγιση είναι το μέλλον της χειρουργικής.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μας μιλά για την πορεία του, την εξέλιξη της χειρουργικής επιστήμης, τις προκλήσεις της ακαδημαϊκής ιατρικής στην Ελλάδα και την τεχνολογία που αλλάζει το μέλλον της χειρουργικής, με ιδιαίτερη έμφαση στη λαπαροσκοπική χειρουργική και τα πλεονεκτήματά της για τους ασθενείς.

Συνέντευξη Στέλιος Κουνδουράκης

Ποια ήταν η κινητήριος δύναμη πίσω από την απόφασή σας να ακολουθήσετε την ιατρική και, πιο συγκεκριμένα, τη χειρουργική παχέος εντέρου και ορθού;
Το ενδιαφέρον μου για τη χειρουργική ξεκίνησε, όπως συμβαίνει με πολλούς από εμάς, στα χρόνια του σχολείου. Ίσως να επηρεάστηκα και από το γεγονός ότι η μητέρα μου ήταν γιατρός – παιδίατρος – και με συγκινούσε η εικόνα του επαγγέλματος, έστω κι αν δεν επρόκειτο για χειρουργική ειδικότητα. Όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο, ο αρχικός μου στόχος ήταν να ακολουθήσω την παιδιατρική.
Πολύ γρήγορα όμως, ήδη από τα πρώτα εξάμηνα των σπουδών, και ιδιαίτερα στο τελευταίο έτος, όταν ξεκίνησε η πρακτική στη χειρουργική, κατάλαβα ότι αυτό ήταν το αντικείμενο με το οποίο ήθελα πραγματικά να ασχοληθώ στη ζωή μου.

Η χειρουργική παχέος εντέρου είναι ένας ιδιαίτερα εξειδικευμένος κλάδος, που με τράβηξε από τα πρώτα μου βήματα στην ειδικότητα της γενικής χειρουργικής. Ίσως έπαιξε ρόλο και ο πρώτος μου δάσκαλος και εκπαιδευτής, ο οποίος ήταν χειρουργός παχέος εντέρου, και με επηρέασε έντονα. Συχνά, άλλωστε, στις θετικές επιστήμες τείνεις να ταυτίζεσαι με εκείνα που κάνουν οι δάσκαλοι τους οποίους εκτιμάς και εμπιστεύεσαι.
Θα μπορούσα, για παράδειγμα, να είχα στραφεί στη χειρουργική μαστού ή ενδοκρινών αδένων, με τα οποία επίσης ασχολήθηκα. Ωστόσο, η χειρουργική του παχέος εντέρου με κέρδισε από πολύ νωρίς – κυρίως χάρη στον καθηγητή που με καθοδήγησε στα πρώτα μου βήματα.

Θα λέγατε ότι, μετά από τόσα χρόνια εμπειρίας, αισθάνεστε δικαιωμένος για την επιλογή σας; Υπήρξε ποτέ στιγμή που να μετανιώσατε που ακολουθήσατε τη χειρουργική παχέος εντέρου;
Καθόλου, ίσα–ίσα το αντίθετο. Το εξελίσσω συνεχώς και είναι κάτι που αγαπώ πάρα πολύ. Το κάνω με μεγάλη αγάπη και μεράκι, γνωρίζω σε βάθος το αντικείμενο και νιώθω απόλυτα δικαιωμένος για την απόφασή μου – αυτό είναι το μόνο σίγουρο.

Μπορείτε να μας μιλήσετε για την εμπειρία σας σε κορυφαία νοσοκομεία του εξωτερικού και πώς αυτή επηρέασε την καριέρα σας και την εξειδίκευσή σας στη χειρουργική;
Είχα την τύχη, τόσο κατά την ειδικότητά μου όσο και στη μετεκπαίδευσή μου, να εργαστώ σε μεγάλα κέντρα της Αγγλίας. Η ειδικότητα της χειρουργικής έχει μια μορφή που σε υποχρεώνει να κάνεις rotation σε πολλά νοσοκομεία, κι έτσι απέκτησα εμπειρία σε διάφορες πόλεις της χώρας.
Δούλεψα στην Οξφόρδη, στο Reading, στο Λονδίνο, στο Brighton, στο Worthing, αλλά το νοσοκομείο που πραγματικά «σφράγισε» την εξειδίκευσή μου ήταν το St Thomas’ Hospital στο Λονδίνο, απέναντι από το Big Ben – όσοι έχουν πάει καταλαβαίνουν ακριβώς για ποιο σημείο μιλάω. Εκεί συνεργάστηκα με σπουδαία ονόματα της χειρουργικής παχέος εντέρου, τα οποία με κατεύθυναν και με στήριξαν καθοριστικά.

Ήδη είχα μπει στην εξειδίκευση με μεγάλο ενδιαφέρον, όμως εκεί είχα την ευκαιρία να δουλέψω με καθηγητές που είχαν υπο-εξειδικευτεί σε συγκεκριμένα πεδία, όπως τα φλεγμονώδη νοσήματα, η ογκολογία, οι κακώσεις του πρωκτού και η χειρουργική πυελικού εδάφους – τομείς που δεν είχα συναντήσει σε τόσο προχωρημένο και εξειδικευμένο επίπεδο στα προηγούμενα νοσοκομεία.
Συνολικά, σε εξειδικευμένα κέντρα της Αγγλίας εργάστηκα περίπου 3,5 χρόνια μετά την ολοκλήρωση της ειδικότητας. Αυτή η εμπειρία ήταν που μου «άνοιξε τα φτερά» ώστε, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, να μπορώ να ασκώ τη χειρουργική παχέος εντέρου με τον τρόπο, την ποιότητα και την τεχνολογία που εφαρμόζω σήμερα.

Πότε έγινε ουσιαστικά η επιστροφή σας στην Ελλάδα, μετά από αυτήν την τόσο παραγωγική και δημιουργική περίοδο που ζήσατε στην Αγγλία;
Αυτό συνέβη το 2016. Εκείνη την περίοδο ήδη εργαζόμουν στο St Thomas’ Hospital, αλλά και σε άλλα νοσοκομεία όπου είχα τοποθετηθεί προηγουμένως, και τότε ουσιαστικά «σφραγίστηκε» και επισήμως η εξειδίκευσή μου στη χειρουργική παχέος εντέρου.
Από την αρχή ακόμη της ειδικότητάς μου είχα θέσει ως στόχο να δουλέψω στο St Thomas’ Hospital, κάτι που τελικά έγινε πραγματικότητα. Έχω κρατήσει μέχρι σήμερα επαγγελματική αλλά και φιλική επικοινωνία με πολλούς από τους δασκάλους και τους συναδέλφους μου εκεί, κάτι που θεωρώ πολύτιμο στην πορεία μου.

Ποιοι είναι οι βασικοί παράγοντες που καθιστούν τη χειρουργική του παχέος εντέρου και του ορθού τόσο απαιτητική και ποιοι είναι οι στόχοι σας για την εξέλιξή της;
Ένα μεγάλο κομμάτι της χειρουργικής του παχέος εντέρου αφορά την ογκολογία, δηλαδή τον καρκίνο του παχέος εντέρου. Πρόκειται για τον τρίτο πιο συχνό καρκίνο παγκοσμίως, τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, και φυσικά αυτό ισχύει και για την Ελλάδα.
Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ότι η ηλικία διάγνωσης κατεβαίνει σταδιακά – ενώ παλαιότερα αφορούσε κυρίως άτομα άνω των 60 ετών, σήμερα βλέπουμε αρκετά περιστατικά σε νεότερους ασθενείς. Αυτό συνδέεται με πολλούς παράγοντες: τον τρόπο ζωής, το στρες, τη διατροφή και την ποιότητα των τροφών. Όλοι αυτοί οι παράγοντες μαζί δημιουργούν μια πραγματικότητα που καθιστά απαραίτητο έναν πολύ καλό σχεδιασμό στην αντιμετώπιση του ασθενούς.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το ορθό, το τελευταίο τμήμα του παχέος εντέρου, όπου ο καρκίνος παρουσιάζει πολλές ιδιαιτερότητες. Εκεί χρειάζεται να γνωρίζουμε πολλά και εξειδικευμένα στοιχεία για τη νόσο πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε θεραπεία, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνεργασία μιας ομάδας γιατρών – ακτινολόγων, ογκολόγων, γαστρεντερολόγων – ώστε να προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση στον ασθενή.
Φυσικά, η χειρουργική του παχέος εντέρου δεν περιορίζεται μόνο στην ογκολογία. Υπάρχουν και τα φλεγμονώδη νοσήματα, όπως η νόσος Crohn, τα οποία εμφανίζουν αυξητική τάση, ακόμη και σε παιδιά και εφήβους 16–17 ετών. Πρόκειται για ιδιαίτερα ευαίσθητες ηλικίες, που απαιτούν ειδική φροντίδα και γνώση. Γι’ αυτό θεωρώ ότι είναι αναγκαία η ύπαρξη εξειδικευμένων γιατρών σε αυτούς τους τομείς.
Στην Ελλάδα, δυστυχώς, η έννοια της εξειδίκευσης αργεί ακόμη να αναπτυχθεί. Υπάρχουν πολλοί γενικοί χειρουργοί που ασχολούνται με διάφορα αντικείμενα ταυτόχρονα, αν και σταδιακά στις μεγάλες πόλεις, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, αρχίζουν να δημιουργούνται ομάδες γιατρών με πιο συγκεκριμένο πεδίο.
Στη Θεσσαλονίκη είμαστε ακόμα λίγοι οι εξειδικευμένοι χειρουργοί παχέος εντέρου, αλλά γίνεται προσπάθεια, μέσα από τις ιατρικές εταιρείες και την επιστημονική κοινότητα, να αναπτυχθεί αυτή η κουλτούρα της εξειδίκευσης.

Ο κόσμος πρέπει σιγά-σιγά να μάθει ότι για κάθε συγκεκριμένο πρόβλημα υπάρχουν και οι αντίστοιχοι εξειδικευμένοι γιατροί. Στην Ευρώπη, για παράδειγμα, λειτουργούν εξειδικευμένα κέντρα και ο ασθενής γνωρίζει σε ποιο νοσοκομείο πρέπει να απευθυνθεί ανάλογα με την πάθησή του.
Στην Ελλάδα αυτό είναι ακόμη μακρινός στόχος, αλλά πιστεύω ότι βήμα-βήμα θα φτάσουμε και εκεί. Ο χειρουργός οφείλει να αφήσει πίσω του τη γενίκευση και να στραφεί σε κάτι πολύ συγκεκριμένο, ώστε το αποτέλεσμα για τον ασθενή να είναι πραγματικά ουσιαστικό.

Η ελάχιστα επεμβατική χειρουργική έχει σημειώσει τεράστια πρόοδο τα τελευταία χρόνια. Ποια είναι η σημασία της λαπαροσκοπικής χειρουργικής και πώς αυτή έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο εκτελούνται οι επεμβάσεις;
Καταρχάς, η λαπαροσκοπική χειρουργική δεν είναι κάτι καινούργιο· εφαρμόζεται ήδη εδώ και περίπου 35 χρόνια. Όταν ξεκίνησα να χειρουργώ, η λαπαροσκοπική χειρουργική ήταν ήδη στην καθημερινή πρακτική. Σήμερα, σχεδόν όλες οι επεμβάσεις στην κοιλιακή χώρα μπορούν να γίνουν λαπαροσκοπικά, αρκεί ο χειρουργός να έχει την απαραίτητη και σωστή εκπαίδευση.
Και όταν μιλάμε για εκπαίδευση, δεν εννοούμε μόνο την τεχνική της λαπαροσκόπησης ή της ρομποτικής χειρουργικής. Μιλάμε για μια ολόκληρη φιλοσοφία χειρουργικής που δεν βασίζεται πλέον σε μεγάλες κοιλιακές τομές – από τον ομφαλό έως χαμηλά στην κοιλιά – αλλά σε μικρές τομές τριών έως πέντε χιλιοστών, μέσα από τις οποίες εισέρχονται ειδικά εργαλεία και κάμερες.
Η επέμβαση πραγματοποιείται με καθοδήγηση από οθόνη. Δεν είναι λοιπόν μια καινούργια μέθοδος, αλλά πλέον σχεδόν όλες οι επεμβάσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν έτσι. Το πιο ουσιαστικό, όμως, είναι η σωστή εκπαίδευση του χειρουργού.
Είχα την τύχη να εκπαιδευτώ στη ελάχιστα επεμβατική χειρουργική στην Αγγλία, στο Λονδίνο, και αυτή τη γνώση συνεχίζω να τη μεταφέρω στην ομάδα μου. Η επόμενη γενιά χειρουργών πρέπει να εκπαιδευτεί σωστά· είναι αναπόφευκτο. Ευτυχώς, στην Ελλάδα υπάρχουν πλέον αρκετοί γιατροί με άρτια κατάρτιση, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να μεταδώσουν αυτή τη γνώση στους νεότερους συναδέλφους.

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζετε στην καθημερινή σας πρακτική, τόσο στο νοσοκομείο όσο και στην ακαδημαϊκή σας δραστηριότητα;
Οι δυσκολίες και οι προκλήσεις που συναντούμε είναι κυρίως οργανωτικές. Υπάρχουν πράγματα που σε ένα σύγχρονο περιβάλλον εργασίας θα έπρεπε να γίνονται αυτόματα, ενώ σε εμάς χρειάζεται υπερπροσπάθεια για να πραγματοποιηθούν σωστά. Στο επάγγελμά μας, πολλά ζητήματα πρέπει να ρυθμίζονται βάσει πρωτοκόλλων.
Αυτά τα πρωτόκολλα θα έπρεπε να είναι γνωστά, δημοσιευμένα και να εφαρμόζονται υποχρεωτικά από τα νοσοκομεία. Στη χώρα μας όμως υστερούμε σε αυτό: δεν υπάρχουν επαρκή θεραπευτικά πρωτόκολλα ούτε οι κατάλληλες συνθήκες για να τηρηθούν.
Η ιατρική σήμερα –είτε μιλάμε για χειρουργική είτε για ογκολογία– δεν είναι ατομικό παιχνίδι. Στο παρελθόν ο χειρουργός θεωρούνταν σχεδόν «θεός» και όλοι του φιλούσαν τα χέρια· πλέον, όμως, δουλεύουμε σε ομάδες.

Η αντιμετώπιση ενός ασθενούς είναι λεπτομερής και περίπλοκη, και χρειάζεται η συμβολή πολλών ειδικοτήτων. Σήμερα υπάρχουν επιστημονικά συμβούλια, ομάδες γιατρών που κάθονται μαζί, συζητούν, και καταλήγουν στο καλύτερο δυνατό θεραπευτικό αποτέλεσμα για τον ασθενή. Έτσι και ο ίδιος ο ασθενής γνωρίζει ξεκάθαρα ποια αντιμετώπιση θα λάβει.
Αυτό είναι κάτι που προσπαθούμε να το εφαρμόσουμε και στην Ελλάδα, να το στήσουμε σωστά και να το περάσουμε ως φιλοσοφία. Αρκεί να υπάρχει θέληση και συναίνεση. Στην πραγματικότητα θα έπρεπε να υπάρχουν αυστηρά οργανωμένα ογκολογικά νοσοκομεία με σαφείς κανόνες, όμως δυστυχώς ακόμη συζητάμε για τα αυτονόητα.
Το θετικό είναι ότι όλο και περισσότεροι γιατροί παλεύουμε για να γίνουν αυτά τα αυτονόητα πραγματικότητα και κανόνας. Είναι πρόκληση, αλλά είναι και αναπόφευκτο βήμα για να προχωρήσουμε μπροστά.

Έχετε εκπαιδευτεί σε διεθνή κέντρα προηγμένης χειρουργικής. Πώς οι σύγχρονες τεχνολογίες, όπως η ρομποτική και η ελάχιστα επεμβατική χειρουργική, επηρεάζουν το μέλλον της χειρουργικής;
Ευτυχώς, στην Ελλάδα πλέον δεν υστερούμε τεχνολογικά. Οι εποχές που φεύγαμε στο εξωτερικό επειδή δεν υπήρχαν οι δυνατότητες εδώ, έχουν περάσει. Σήμερα διαθέτουμε ικανούς ανθρώπους και τα απαραίτητα εργαλεία για να γίνουν όλα σωστά, αρκεί να βρεθεί ο κατάλληλος γιατρός για το κατάλληλο πρόβλημα.
Δεν θα μπω στη διαδικασία να συγκρίνω τον δημόσιο με τον ιδιωτικό τομέα, γιατί αυτό είναι ένα ξεχωριστό ζήτημα· ωστόσο, μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι, σε ό,τι αφορά την τεχνολογία, δεν υστερούμε. Η τεχνολογία και η χειρουργική πλέον πηγαίνουν χέρι-χέρι.
Στα χειρουργεία μας χρησιμοποιούμε σύγχρονα εργαλεία και υλικά, πολλές φορές μάλιστα με την υποστήριξη εξειδικευμένων εκπροσώπων εταιρειών που μας καθοδηγούν στη χρήση τους. Έτσι, δουλεύουμε αναγκαστικά σε στενή συνεργασία με την τεχνολογία, ώστε κάθε χειρουργείο να γίνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στην Ελλάδα έχουμε, σε πολύ μεγάλο βαθμό, τεχνολογία υψηλής ποιότητας – και αυτό το λέω με απόλυτη βεβαιότητα.
Στη χειρουργική του παχέος εντέρου, στο Ιατρικό Διαβαλκανικό όπου εργάζομαι, διαθέτουμε ρομποτικά συστήματα τελευταίας γενιάς και εξοπλισμό που μας επιτρέπει να φέρουμε εις πέρας ακόμη και τις πιο απαιτητικές επεμβάσεις της ειδικότητας.
Για παράδειγμα, στον καρκίνο του ορθού, όπου απαιτείται αφαίρεση μεγάλου τμήματος του εντέρου πολύ χαμηλά, κοντά στον πρωκτό, παλαιότερα υπήρχε πάντα ο φόβος ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αναστόμωση και θα κατέληγε ο ασθενής με μόνιμη στομία (παρα φύσην έδρα). Σήμερα, όμως, με τη βοήθεια της τεχνολογίας έχουμε πλέον τη δυνατότητα να ολοκληρώσουμε την επέμβαση με ασφάλεια και να αποφύγουμε μια τέτοια εξέλιξη.
Το ίδιο ισχύει και σε περιπτώσεις φλεγμονωδών νοσημάτων, όπου χρειάζεται να αφαιρεθεί όλο το παχύ έντερο, αλλά και σε λειτουργικές παθήσεις, όπως η χρόνια δυσκοιλιότητα, η ανεπάρκεια σφιγκτήρων ή τα συμπτώματα ακράτειας. Όλα αυτά πλέον αντιμετωπίζονται με ασφάλεια, χάρη στον συνδυασμό τεχνολογίας, γνώσεων, εξειδίκευσης και της ποιότητας των σύγχρονων υλικών που έχουμε στη διάθεσή μας.

Ποια είναι τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της λαπαροσκοπικής χειρουργικής από την πλευρά του ασθενούς; Πώς συμβάλλει στην ταχύτερη ανάρρωση και στην ελαχιστοποίηση του μετεγχειρητικού πόνου;
Το βασικό πλεονέκτημα της λαπαροσκοπικής χειρουργικής είναι ότι οι τομές είναι πολύ μικρές· αυτό σημαίνει μικρότερο πόνο για τον ασθενή. Και τι συνεπάγεται αυτό; Ότι μπορεί να σηκωθεί πολύ πιο νωρίς από το κρεβάτι, να περπατήσει γρηγορότερα, να νιώσει καλύτερα πιο σύντομα και, φυσικά, να πάρει εξιτήριο από το νοσοκομείο νωρίτερα. Είναι ένα απλό αλλά τεράστιο πλεονέκτημα.

Από χειρουργικής πλευράς, αυτό είναι καθοριστικό, γιατί ήδη από το ίδιο βράδυ της επέμβασης ο ασθενής μπορεί να σηκωθεί, να κινηθεί και να πιει υγρά. Έτσι, στις περισσότερες επεμβάσεις του παχέος εντέρου, ο μέσος χρόνος νοσηλείας δεν ξεπερνά τα τρία βράδια. Με άλλα λόγια, μέσα σε τρεις μέρες ο ασθενής έχει ήδη επιστρέψει στο σπίτι του – κι αυτό είναι το σημαντικότερο πλεονέκτημα της ελάχιστα επεμβατικής χειρουργικής.

Σε ποιες περιπτώσεις η λαπαροσκοπική χειρουργική δεν είναι η κατάλληλη επιλογή και ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την απόφασή σας να επιλέξετε την ανοικτή μέθοδο;
Πολύ ωραία ερώτηση αυτή. Καταρχάς, να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει επέμβαση που δεν μπορεί να γίνει λαπαροσκοπικά. Το πρόβλημα με τη λαπαροσκόπηση, όταν εμφανιστεί, είναι συστημικό. Για να το πούμε απλά: κατά τη διάρκεια της λαπαροσκόπησης, η κοιλιά «φουσκώνει» με αέρα, σαν μπαλόνι. Αυτός ο αέρας μπορεί να πιέσει προς τα πάνω το διάφραγμα, τους πνεύμονες και την καρδιά.
Έτσι, αν ένας ασθενής έχει σοβαρά πνευμονολογικά ή καρδιολογικά προβλήματα, η λαπαροσκόπηση μπορεί να τον επιβαρύνει, οπότε σε τέτοιες περιπτώσεις αναγκαζόμαστε να χειρουργήσουμε με ανοιχτή μέθοδο.
Ωστόσο, με σωστή ενημέρωση του ασθενούς, σχεδόν πάντα ξεκινάμε το χειρουργείο λαπαροσκοπικά, με τον αναισθησιολόγο να παρακολουθεί στενά. Ο ασθενής έχει ενημερωθεί εκ των προτέρων ότι υπάρχει πιθανότητα να χρειαστεί να μετατρέψουμε την επέμβαση από λαπαροσκοπική σε ανοιχτή. Στατιστικά, παγκοσμίως –και ευτυχώς και στη δική μας ομάδα– το ποσοστό αυτό κυμαίνεται μόλις στο 1–2%, δηλαδή μόνο 1–2 ασθενείς στους 100.
Και εδώ είναι σημαντικό να τονίσουμε κάτι: η μετατροπή από λαπαροσκοπικό σε ανοιχτό χειρουργείο δεν είναι λάθος. Αντίθετα, είναι το πιο σωστό και ασφαλές “plan B” για την προστασία του ασθενούς. Ο πρωταρχικός μας κανόνας είναι πάντα ένας: η ασφάλεια του ασθενούς και η σωστή ολοκλήρωση της επέμβασης.

Πώς αξιολογείτε την κατάσταση της ακαδημαϊκής ιατρικής στην Ελλάδα και ποια είναι η σημασία της συνεχούς εκπαίδευσης των νέων χειρουργών;
Η ανάγκη για εκπαίδευση, ειδικά σε τομείς όπως η ιατρική, δεν σταματάει ποτέ. Στην Ελλάδα έχουμε πολύ καλά πανεπιστήμια που κάνουν εξαιρετική δουλειά, και ευτυχώς βλέπουμε μεγάλο ενδιαφέρον από τους αποφοίτους της ιατρικής να ακολουθήσουν τον τομέα της χειρουργικής.
Η μάθηση στην ιατρική είναι συνεχής· γι’ αυτό και εμάς, ακόμη και μετά από τόσα χρόνια στη χειρουργική, θα μας δεις να παρακολουθούμε συνέδρια, να συζητάμε διαρκώς με συναδέλφους, να μαθαίνουμε και να προσπαθούμε να μεταλαμπαδεύσουμε τη γνώση μας στους νεότερους.

Το ακαδημαϊκό επίπεδο της Ελλάδας είναι πολύ υψηλό, τόσο από την πλευρά των εκπαιδευόμενων όσο και από εκείνη των εκπαιδευτών, και ελπίζω να παραμείνει έτσι. Υπάρχει συνεργασία ανάμεσα στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα – και είναι αναγκαίο να υπάρχει. Το βέβαιο είναι ότι η ανάγκη για μάθηση στην ιατρική δεν σταματά και δεν πρέπει να σταματήσει ποτέ.

Ποιες είναι οι συμβουλές σας για τους νέους χειρουργούς που θέλουν να ασχοληθούν με τη χειρουργική του παχέος εντέρου και ορθού, και ποια είναι τα χαρακτηριστικά που πρέπει να αναπτύξουν για να γίνουν επιτυχημένοι στον τομέα τους;
Είναι μια ερώτηση που μου κάνουν πολύ συχνά και οι ειδικευόμενοι ιατροί της κλινικής μου. Όπως ανέφερα και στην αρχή, το πάθος για μια ειδικότητα ξεκινάει πάντα από τους δασκάλους. Βλέπω τα παιδιά που δουλεύουν δίπλα μου να ενδιαφέρονται σταδιακά να ακολουθήσουν τη χειρουργική παχέος εντέρου, και αυτό με χαροποιεί ιδιαίτερα. Ένας καλός δάσκαλος στο πανεπιστήμιο ή στην ειδικότητα μπορεί να σε εμπνεύσει, να σου ανοίξει δρόμους και να σου δώσει κατεύθυνση.
Η αλήθεια, όμως, είναι ότι χρειάζεται και η εμπειρία του εξωτερικού. Εκεί βλέπεις πώς γίνονται διαφορετικά τα πράγματα, αποκτάς νέες εικόνες και παίρνεις στοιχεία –θετικά και αρνητικά– από κάθε άνθρωπο με τον οποίο συνεργάζεσαι. Έτσι δημιουργείται το πάθος για μια ειδικότητα: μέσα από την εκπαίδευση, μέσα από τους δασκάλους και την τριβή με το αντικείμενο.
Η χειρουργική δεν είναι εύκολη ειδικότητα· απαιτεί υπομονή και αντοχές. Παράλληλα, όμως, βλέπουμε τα τελευταία χρόνια μια εντυπωσιακή αύξηση της συμμετοχής των γυναικών. Σήμερα, περίπου το 80% όσων ακολουθούν τη χειρουργική είναι γυναίκες, κάτι που έχει να κάνει και με το γεγονός ότι πλέον οι περισσότερες φοιτήτριες ιατρικής είναι γυναίκες.
Ναι, η χειρουργική έχει πολλές εφημερίες, πολλές ώρες δουλειάς και υψηλές απαιτήσεις. Όμως είναι μια ειδικότητα που σε ανταμείβει όσο καμία άλλη: η στιγμή που βλέπεις τον ασθενή σου να αναρρώνει, το «ευχαριστώ» που θα σου πει, η αίσθηση ότι βοήθησες πραγματικά έναν άνθρωπο – όλα αυτά δεν συγκρίνονται με τίποτα. Και αυτό είναι που μας κάνει, στο τέλος της ημέρας, να κοιμόμαστε με ήσυχη συνείδηση.

Τι σας ενέπνευσε να στραφείτε στην εκπαίδευση και ποιο θεωρείτε ότι είναι το μέλλον της χειρουργικής εκπαίδευσης;
Δεν νομίζω να υπάρχει ωραιότερο πράγμα για έναν γιατρό από το να εκπαιδεύει τους νεότερους. Το να βλέπεις έναν άνθρωπο να βελτιώνεται χάρη και στη δική σου προσπάθεια είναι η υπέρτατη ικανοποίηση· αυτός είναι και ο ουσιαστικός ρόλος του ακαδημαϊκού. Όπως έχει πει και ο Gide, «η κύρια έννοια του εκπαιδευτικού είναι να καταφέρει να κάνει τους εκπαιδευόμενούς του να είναι επιτυχημένοι χωρίς την παρουσία του».
Δηλαδή, να τους δώσει τα φτερά να πετάξουν μόνοι τους. Αυτό είναι το ωραιότερο κομμάτι της εκπαίδευσης και αυτό με τράβηξε προσωπικά στο να γίνω ακαδημαϊκός, πέρα από την ικανοποίηση που αντλώ από την έρευνα και τη μελέτη.

Αυτό το στοιχείο δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ, γιατί και η χειρουργική δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει· οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να αρρωσταίνουν και η ανάγκη για νέους, σωστά εκπαιδευμένους γιατρούς θα παραμένει. Όσο διδάσκεις, ωριμάζεις κι εσύ ο ίδιος. Αλλάζει ο τρόπος που λες τα πράγματα, κυρίως λόγω των προσωπικών σου εμπειριών.
Με τον καιρό συνειδητοποιείς ότι δεν ξέρεις τα πάντα και ότι θα κάνεις λάθη. Στην αρχή, όταν είσαι νέος, νομίζεις πως μπορείς να τα αντιμετωπίσεις όλα. Όσο όμως προχωράς, καταλαβαίνεις πως αυτό δεν είναι αλήθεια – και το πιο σημαντικό μήνυμα που πρέπει να περάσεις στους νέους χειρουργούς είναι ακριβώς αυτό: να γνωρίζουν τα όριά τους.
Όπως κι εγώ, όταν ξεκινούσα, ήθελα να βγω και να χειρουργήσω τα πάντα· τώρα πια ξέρω ότι η σοφία βρίσκεται στο να καταλαβαίνεις πού μπορείς και πού δεν μπορείς να φτάσεις.

Η χειρουργική κρύβει συχνά προκλήσεις. Ποιο είναι ένα δύσκολο περιστατικό ή μια απαιτητική επέμβαση που έχετε βιώσει και θα θέλατε να μοιραστείτε με το κοινό;
Το δυσκολότερο κομμάτι της δουλειάς μας είναι η διαχείριση μιας επιπλοκής. Για τον ασθενή αλλά και για τον γιατρό, η εμπειρία αυτή μοιάζει σχεδόν με πένθος. Αυτό που συχνά δεν καταλαβαίνουν οι ασθενείς είναι ότι κι εμείς οι ίδιοι κουβαλάμε αυτό το βάρος στο σπίτι μας.
Στους χειρουργούς ειδικά, το τελευταίο πράγμα που σκέφτεσαι πριν κοιμηθείς είναι ο ασθενής σου, και το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι όταν ξυπνάς είναι πάλι ο ασθενής σου. Δεν το λέω για να ακουστώ δραματικός – είναι η πραγματικότητα, ακόμη κι αν ο ασθενής θεωρεί ότι δεν συμβαίνει. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει στο 100%.
Η επιπλοκή είναι ένα κομμάτι αναπόφευκτο· δεν υπάρχει χειρουργός χωρίς επιπλοκές. Ο μόνος χειρουργός που δεν έχει επιπλοκές είναι αυτός που δεν χειρουργεί. Το σημαντικότερο είναι ο ασθενής να γνωρίζει εκ των προτέρων ότι μπορεί να υπάρξουν επιπλοκές και να ξέρει τι θα γίνει αν συμβούν. Για εμάς, πολλές φορές το ψυχικό βάρος είναι πιο βαρύ από ό,τι για τον ίδιο τον ασθενή. Αυτό είναι κάτι που το μαθαίνεις σταδιακά με τον καιρό.
Την πρώτη επιπλοκή σου δεν την ξεχνάς ποτέ· εγώ προσωπικά τη θυμάμαι ακόμα, παρότι έχουν περάσει 15 χρόνια. Το ίδιο ισχύει και με τον πρώτο θάνατο ασθενούς, ακόμη κι αν δεν έφταιγες άμεσα. Αυτές οι εμπειρίες δεν ξεχνιούνται.

Υπάρχουν χειρουργεία εξαιρετικά δύσκολα, που παραμένουν απαιτητικά όσες φορές κι αν τα κάνεις. Θυμάμαι ότι είχα ρωτήσει κάποτε έναν δάσκαλό μου στο Λονδίνο πότε θα ξεπεράσω τον φόβο για μια συγκεκριμένη επέμβαση, και εκείνος μου απάντησε: «Όταν βγεις στη σύνταξη». Κι είχε δίκιο. Υπάρχουν πράγματα που δεν παύουν ποτέ να είναι δύσκολα.
Γι’ αυτό και η σωστή διαχείριση είναι κρίσιμη. Ο βασικός μου τρόπος να το κάνω σωστά είναι η απόλυτη ειλικρίνεια με τον ασθενή: να ξέρει τι συνέβη, γιατί συνέβη, πώς συνέβη και πώς αντιμετωπίστηκε. Η ειλικρινής σχέση γιατρού–ασθενούς είναι το θεμέλιο για να ξεπεραστεί κάθε κρίση.

Ποιες είναι οι προσωπικές σας φιλοδοξίες για το μέλλον της χειρουργικής στην Ελλάδα και τον κόσμο, και πώς σκοπεύετε να συμβάλλετε στην περαιτέρω ανάπτυξή της;
Ένας βασικός στόχος – τόσο δικός μου όσο και των συναδέλφων μου – είναι να ενημερώνεται σωστά ο κόσμος. Να γνωρίζει ότι υπάρχουν εξειδικεύσεις, ότι υπάρχει ο κατάλληλος γιατρός για το κάθε πρόβλημα. Αυτός είναι ο σκοπός μας και γι’ αυτό προσπαθούμε να δουλέψουμε μέσα από την ενημέρωση.
Δυστυχώς, πολλά πράγματα που προβάλλονται από τα μέσα ενημέρωσης μπερδεύουν τον κόσμο. Γι’ αυτό και προσπαθούμε, μέσα από επιστημονικές εταιρείες, να οργανωθούμε καλύτερα και στην Ελλάδα, να δημιουργηθούν δίκτυα συνεργασίας μεταξύ συναδέλφων, ώστε να συζητούμε και να αποφασίζουμε για την καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση των ασθενών.
Ένα θετικό παράδειγμα ήταν πέρυσι, με την εισαγωγή των τεστ ανίχνευσης αίματος στα κόπρανα, ένα τεράστιο βήμα για τη χώρα μας στον τομέα της πρόληψης. Χαρήκαμε ιδιαίτερα, γιατί η σωστή πρόληψη και η σωστή ενημέρωση είναι το κλειδί για την καλύτερη αντιμετώπιση.
Αυτό που εύχομαι και θέλω πραγματικά να δω την επόμενη δεκαετία είναι η ενημέρωση να γίνεται οργανωμένα και με υπευθυνότητα. Γιατί τεχνολογικά και τεχνικά μπορούμε να κάνουμε τα πάντα· εκεί που χρειάζεται δουλειά είναι στη σωστή πληροφόρηση και στην έγκαιρη πρόληψη.

Με τόσο απαιτητικό πρόγραμμα – ακαδημαϊκές υποχρεώσεις, χειρουργεία, συμμετοχή σε ιδιωτικά και δημόσια νοσοκομεία, αλλά και συνέδρια – πώς καταφέρνετε να ισορροπείτε όλα αυτά;
Τα προλαβαίνεις όλα αυτά ουσιαστικά μη έχοντας ελεύθερο χρόνο. Δουλεύεις όλη μέρα. Είναι πάθος – και σε αυτό το επίπεδο δεν μπορείς να σταθείς αν δεν αφιερώσεις όλο τον απαραίτητο χρόνο.
Θα σου δώσω ένα παράδειγμα: σκέψου έναν αθλητή, έναν πρωταθλητή στίβου. Ξυπνάει το πρωί και έχει δίπλα του μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων: κάποιον που του φτιάχνει το πρόγραμμα της ημέρας, κάποιον άλλο που του σχεδιάζει το διαιτολόγιο, τον προπονητή του, ακόμη κι εκείνον που οργανώνει τα ταξίδια του. Ο αθλητής έχει ανάγκη όλης αυτής της υποστήριξης γύρω του.

Ένας χειρουργός, όμως, ζει κάτι παρόμοιο χωρίς να έχει εξαρχής αυτή την ομάδα. Καλείται να τα διαχειριστεί όλα μόνος του. Αυτό ακριβώς είναι ένα θέμα που συζητείται τα τελευταία χρόνια στα συνέδρια, με την έννοια του life coach για τους χειρουργούς: την ανάγκη δηλαδή να υπάρχουν άνθρωποι που να σε υποστηρίζουν σε καθημερινή βάση. Και είναι κάτι που σιγά-σιγά έρχεται και στην Ελλάδα.
Έτσι καταφέρνω κι εγώ να ανταποκρίνομαι στις απαιτήσεις: προσπαθώ να έχω ανθρώπους δίπλα μου, που όχι μόνο κάνουν πράγματα για μένα, αλλά και μου λένε ειλικρινά πού τα πάω καλά και πού χρειάζομαι βελτίωση. Γιατί η χειρουργική ανέκαθεν κουβαλούσε το λεγόμενο «κόμπλεξ του θεού» – η αίσθηση ότι κάνεις κάτι θεϊκό. Όμως, τελικά, παραμένει μια επιστήμη.

Και ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια η νοοτροπία έχει αλλάξει: είμαστε πιο ρεαλιστές και καταλαβαίνουμε ότι, όσο σημαντικό κι αν είναι το έργο μας, δεν γίνεται να το κάνεις μόνος.
Σήμερα έχω δίπλα μου μια ολόκληρη ομάδα: τρεις χειρουργούς που με στηρίζουν στενά, αναισθησιολόγο, νοσηλευτές στο χειρουργείο και ένα ολόκληρο δίκτυο γιατρών από άλλες ειδικότητες. Η έλλειψη ελεύθερου χρόνου παραμένει ένα από τα μεγάλα προβλήματα, γι’ αυτό και προσπαθώ οι λίγες ώρες που βρίσκομαι στο σπίτι να είναι ποιοτικός χρόνος και, κυρίως, να μη σκέφτομαι τη δουλειά μου.

Ποια είναι σήμερα η σχέση σας με την Κρήτη σε επαγγελματικό επίπεδο, δεδομένου ότι κατάγεστε από το Ρέθυμνο;
Η σχέση μου με την Κρήτη είναι μια μεγάλη πληγή για μένα. Το Ρέθυμνο είναι ο τόπος που αγαπώ, αλλά είμαι μακριά του πάρα πολλά χρόνια. Έφυγα στα 18 μου και δεν ξαναγύρισα ποτέ μόνιμα, παρά μόνο για διακοπές. Η αλήθεια είναι ότι έχω κάνει συζητήσεις, πλάνα και βήματα ώστε να υπάρξει μια «γέφυρα» ανάμεσα στο Ρέθυμνο και στη Θεσσαλονίκη, όπου βρίσκομαι σήμερα.
Έχουν γίνει επιστημονικά βήματα και στο Ρέθυμνο προς τα εμπρός, κι έτσι το επόμενο επαγγελματικό μου βήμα είναι να δημιουργήσω αυτή τη γέφυρα, ώστε να μπορώ να βοηθήσω τους Ρεθεμνιώτες είτε ερχόμενος εγώ στην Κρήτη, είτε ερχόμενοι εκείνοι σε εμένα, στη Θεσσαλονίκη. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά περισσότερα αυτή τη στιγμή· κάποια στιγμή θα γίνουν όλα όπως πρέπει να γίνουν.
Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι έχω σκεφτεί πολλά, και σύντομα θα ενημερωθεί ο κόσμος – και μάλιστα εσείς πρώτοι. 🖋



