Με καταγωγή από την Κρήτη, το Ρέθυμνο και βαθιές ρίζες στη γαστρονομική της παράδοση, ο Νίκος Ασπρομάτης δεν μπήκε στο MasterChef με στρατηγικές ή προσδοκίες εντυπωσιασμού. Μπήκε με ηρεμία, συνέπεια και αληθινό πάθος για τη μαγειρική. Από την πρώτη κιόλας audition, με το χαρακτηριστικό του μπαρμπούνι, έδειξε ότι δεν αναζητά απλώς την τηλεοπτική εμπειρία αλλά τη βαθύτερη εξέλιξη – σαν μάγειρας και σαν άνθρωπος.
Στη συζήτησή μας, μιλήσαμε για τη μοναδική καθημερινότητα μέσα στο σπίτι του MasterChef, τις πίεσεις του διαγωνισμού, τις στιγμές αυτογνωσίας, αλλά και τις φιλίες που γεννήθηκαν σε ένα περιβάλλον κλειστό, μα γεμάτο ενέργεια. Με ειλικρίνεια και καθαρό λόγο, περιγράφει όσα έζησε, όσα τον δυσκόλεψαν, και – κυρίως – όσα τον πήγαν ένα βήμα παρακάτω. Γιατί όπως λέει κι ο ίδιος, «το MasterChef ήταν για μένα ένα πραγματικό σχολείο».

Συνέντευξη Στέλιος Κουνδουράκης
Φωτογραφίες David Movsesyan

Το Ρέθυμνο, και ευρύτερα η Κρήτη, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με μια βαθιά και αυθεντική γαστρονομική ταυτότητα. Πώς διαμόρφωσε αυτό το περιβάλλον τη δική σου προσέγγιση στη μαγειρική;
Πιστεύω ακράδαντα ότι η Κρήτη είναι – ή, έστω, μπορεί να γίνει – ένας γαστρονομικός προορισμός με διεθνή προοπτική, αρκεί να υπάρξουν σοβαρές και στοχευμένες προτάσεις. Είναι ένας τόπος πλούσιος από τη φύση του. Δεν χρειάζεται να έχεις χρήματα· αρκεί να βγεις έξω, στην ύπαιθρο, με μια σακούλα, και μέσα σε λίγη ώρα θα έχεις γεμίσει με χόρτα, μυρωδικά, θυμάρια, ρίγανες… οτιδήποτε μπορεί να σου δώσει έμπνευση και πρώτη ύλη. Αυτό είναι μια πραγματικότητα. Ο τόπος σε τροφοδοτεί από μόνος του.

Με έχει επηρεάσει βαθιά, από τότε που ήμουν παιδί. Ξεκίνησα να μαγειρεύω γύρω στα 14, μόνος μου, χωρίς κάποια ιδιαίτερη καθοδήγηση. Η μαγειρική μου φαινόταν από την αρχή κάτι οικείο, κάτι φυσικό — ποτέ δεν το ένιωσα ως δύσκολο ή ξένο. Για να είμαι ειλικρινής, στην αρχή έκανα πειράματα: μαγείρευα ό,τι μου ερχόταν στο μυαλό. Άλλες φορές πετύχαινε, άλλες όχι. Αλλά το έτρωγα! (γέλια) Με τον καιρό όμως, όλο αυτό που ξεκίνησε ως παιχνίδι ή χόμπι, εξελίχθηκε σταδιακά σε επαγγελματικό προσανατολισμό. Δεν το κυνήγησα συνειδητά στην αρχή — ήρθε μόνο του, φυσικά.

Τι ήταν αυτό που σε γοήτευσε τόσο ώστε να ασχοληθείς ουσιαστικά με τη μαγειρική και να τη δεις πλέον ως επαγγελματική σου πορεία;
Αυτό που με τράβηξε στη μαγειρική, νομίζω ότι άρχισα να το καταλαβαίνω πιο συνειδητά γύρω στο 2010, όταν άνοιξα το δικό μου μαγαζί στο Ρέθυμνο — το Escobar. Εκεί άρχισα να ασχολούμαι πιο ενεργά μέσα στην κουζίνα, σε συνεργασία με έναν φίλο μου που αγαπούσε πολύ τη μαγειρική. Ήταν τότε που το πήρα πραγματικά “ζεστά”, όπως θυμάμαι.
Μπήκα στη διαδικασία να δοκιμάσω πράγματα πέρα από τα συνηθισμένα — έφτιαχνα τα δικά μου λουκάνικα, πειραματιζόμουν πολύ περισσότερο, κι αυτό με ενθουσίασε. Όταν το μαγαζί έκλεισε, πήρα τη μεγάλη απόφαση να κάνω αυτό που μέχρι τότε ήταν χόμπι, επάγγελμα. Όχι όμως απλώς για να ασχολούμαι περιστασιακά, αλλά σε ένα πιο σοβαρό, επαγγελματικό επίπεδο.

Ήξερα ότι πρόκειται για ένα δύσκολο επάγγελμα — ίσως από τα πιο απαιτητικά. Έχει ζέστη, φωνές, πίεση, καθημερινό άγχος. Αλλά πιστεύω ότι όταν πραγματικά αγαπάς αυτό που κάνεις, όλα αυτά τα διαχειρίζεσαι με διαφορετική διάθεση. Ακόμα και στις πιο δύσκολες μέρες, το απολαμβάνεις.

Τι θεωρείς πιο απαιτητικό στη δουλειά σου: η διαχείριση της ομάδας μέσα στην κουζίνα, σε όλα τα πόστα, ή η ανάγκη να υποστηρίξεις και να “περάσεις” το μενού που έχεις προτείνει στον επιχειρηματία με τον οποίο συνεργάζεσαι;
Τώρα άνοιξες μεγάλη κουβέντα… Νομίζω πως και τα δύο — τόσο η διαχείριση της ομάδας στην κουζίνα όσο και η συνεργασία με τον επιχειρηματία — καταλήγουν σε ένα βασικό ζητούμενο: τη σωστή διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού. Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του προσωπικότητα, τις δικές του ευαισθησίες, και χρειάζεται να τον προσεγγίσεις με τον δικό του τρόπο. Αυτό ισχύει τόσο για το προσωπικό σου όσο και για τον επιχειρηματία που συνεργάζεσαι.


Η κουζίνα θέλει κίνητρο,
όχι φωνές

Η ομάδα, για να αποδώσει, χρειάζεται κίνητρο. Θέλει επιβράβευση, στήριξη, αίσθηση συμμετοχής. Και φυσικά, είναι πολύ σημαντικό και το κομμάτι της μισθοδοσίας. Όταν κάποιος αμείβεται δίκαια και νιώθει ότι αναγνωρίζεται η δουλειά του, αποδίδει διαφορετικά. Αν θέλεις από τον άλλον να δώσει τον καλύτερό του εαυτό, πρέπει πρώτα εσύ να φροντίσεις να υπάρχουν οι σωστές συνθήκες.

Πριν το MasterChef, είχες ήδη εργαστεί σε επαγγελματικές κουζίνες. Τι εμπειρίες κουβαλούσες από αυτές τις δουλειές και κατά πόσο σε βοήθησαν να σταθείς πιο έτοιμος στον διαγωνισμό;
Σίγουρα, όπου κι αν δουλέψεις, κάθε εμπειρία έχει τη δική της αξία. Ακόμα κι αν βρίσκεσαι σε ένα μαγαζί που ίσως αρχικά δεν σε ενθουσιάζει ή δεν πιστεύεις ότι θα σου προσφέρει κάτι, πάντα θα υπάρχει κάτι να πάρεις. Ακόμα και από ανθρώπους που δεν είναι επαγγελματίες σεφ, μπορείς να μάθεις μικρά πράγματα, κόλπα, τρόπους σκέψης που τελικά αποδεικνύονται χρήσιμα όταν τους συναντήσεις ξανά μπροστά σου. Τίποτα δεν πάει χαμένο.
Όταν μπήκα στο MasterChef, κουβαλούσα αρκετές από αυτές τις εμπειρίες. Πολλά από τα πιάτα που παρουσίασα — ειδικά στις πρώτες φάσεις του διαγωνισμού — ήταν πιάτα που είχα ήδη δουλέψει στο παρελθόν, δικά μου, προσωπικά. Είναι συνταγές που έχουν δοκιμαστεί από πελάτες σε εστιατόρια όπου είχα δουλέψει, και είχαν αποσπάσει θετικά σχόλια. Αυτό μου έδωσε αυτοπεποίθηση και με βοήθησε να σταθώ πιο σταθερά στα πρώτα μου βήματα μέσα στον διαγωνισμό.

Με ποιο πιάτο επέλεξες να δοκιμαστείς στο MasterChef για να κερδίσεις την πολυπόθητη λευκή ποδιά;
Το πρώτο μου πιάτο στο MasterChef, αυτό με το οποίο πέρασα στην επόμενη φάση και πήρα τη λευκή ποδιά, ήταν μπαρμπούνι με σταμναγκάθι και σάλτσα από μανταρίνι. Είχα δουλέψει αυτό το πιάτο σε ένα εστιατόριο που είχα εργαστεί στο παρελθόν — δεν ήταν στον κανονικό κατάλογο, αλλά το βγάζαμε ως πιάτο ημέρας.
Το είχα αγαπήσει από τότε, γιατί συνδύαζε τη θαλασσινή ένταση του μπαρμπουνιού με την πικράδα του σταμναγκαθιού και την αρωματική οξύτητα του μανταρινιού. Ήταν ένα πιάτο που με εξέφραζε απόλυτα και ήθελα να ξεκινήσω με κάτι δικό μου, που με αντιπροσωπεύει. Ευτυχώς, πήγε καλά και μου έδωσε το εισιτήριο για να μπω στον διαγωνισμό.

Από τη θέση του θεατή στη συμμετοχή ως διαγωνιζόμενος — ποια ήταν για σένα η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στο να παρακολουθείς το MasterChef απ’ έξω και στο να ζεις την εμπειρία από μέσα;
Η αλήθεια είναι πως δεν έχει καμία απολύτως σχέση αυτό που βλέπει ο τηλεθεατής στην τηλεόραση με αυτό που πραγματικά συμβαίνει μέσα στο παιχνίδι. Είναι τελείως διαφορετικό το να κάθεσαι στον καναπέ σου και να παρακολουθείς τον διαγωνισμό, από το να βρίσκεσαι εκεί, να συμμετέχεις και να το ζεις από μέσα.

Όταν, για παράδειγμα, ανοίγει το mystery box και βλέπεις μπροστά σου δέκα υλικά, πρέπει εκείνη τη στιγμή — χωρίς δεύτερη σκέψη — να σκεφτείς ένα πιάτο. Δεν έχεις περιθώριο να δεις τα υλικά ξανά και ξανά. Έχεις το άγχος, την πίεση του χρόνου, και μια κάμερα παντού. Δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσεις όλα τα υλικά, αλλά οφείλεις να στήσεις ένα ολοκληρωμένο πιάτο χωρίς να γνωρίζεις τί πρόκειται να σου τύχει. Ξεκινάει το ρολόι και πρέπει να πάρεις άμεσα αποφάσεις, να μαγειρέψεις σωστά, να οργανώσεις τον χρόνο σου και να βγάλεις ένα αποτέλεσμα που να στέκεται απέναντι στους κριτές.
Αυτό, για μένα, ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι του διαγωνισμού. Κι εκεί καταλαβαίνεις πραγματικά πόσο διαφορετικό είναι να βλέπεις μαγειρική στην τηλεόραση και πόσο άλλο είναι να τη ζεις υπό αυτές τις συνθήκες.

Πόσο απαιτητικό είναι να διαχειριστεί κανείς τον χρόνο, την πίεση και την έκθεση στην κριτική, μέσα σε ένα τηλεοπτικό πλαίσιο όπως αυτό του MasterChef;
Το άγχος είναι, χωρίς υπερβολή, από τα πιο δύσκολα στοιχεία που πρέπει να διαχειριστείς μέσα στο MasterChef. Όλα γίνονται σε αντίστροφη μέτρηση και σε τρομερή πίεση. Πρέπει να σκεφτείς άμεσα τι πιάτο θα φτιάξεις, να το υλοποιήσεις σωστά, και μάλιστα σε συγκεκριμένο χρόνο — χωρίς περιθώρια για λάθη. Αν κάτι δεν σου “βγει”, δεν υπάρχει η πολυτέλεια να το διορθώσεις. Εκείνη η στιγμή μπορεί να καθορίσει το αποτέλεσμα, και μια λάθος επιλογή να σου κοστίσει τα πάντα.

Η πίεση δείχνει ποιος είσαι

Η πιο δύσκολη στιγμή για μένα ήταν όταν έβαλα την κονκάρδα του αρχηγού. Εκεί ένιωσα το βάρος της ευθύνης έντονα. Ξέρεις πως μπροστά πρέπει να σταθείς ψύχραιμος, να εμπνεύσεις και να καθοδηγήσεις σωστά την ομάδα σου. Δεν αρκεί να είσαι καλός μάγειρας — πρέπει να μπορείς να λειτουργήσεις σαν ηγέτης. Εκείνη η φάση είχε τεράστιο άγχος, γιατί κάθε σου απόφαση επηρέαζε άμεσα το σύνολο.
Η αλήθεια είναι πως οι συνθήκες του MasterChef δεν έχουν καμία σχέση με την καθημερινότητα μιας κουζίνας σε εστιατόριο. Ο χρόνος εκεί είναι απόλυτος. Με το που ξεκινήσει το ρολόι, δεν σταματάει. Δεν υπάρχει μοντάζ, ούτε “δεύτερη λήψη”. Για παράδειγμα, αν έχεις 1 ώρα και 45 λεπτά, αυτός είναι ο πραγματικός σου χρόνος — ούτε λεπτό παραπάνω. Αν κάτι ξεχάσεις να πάρεις από την αποθήκη και τελειώσει ο χρόνος, απλώς δεν το έχεις. Ο τηλεθεατής βλέπει ένα αποτέλεσμα, αλλά πίσω από αυτό υπάρχουν στιγμές έντασης, απόφασης και πίεσης που δεν αποτυπώνονται πάντα στην οθόνη.

Αυτό που βλέπει ο τηλεθεατής είναι τελικά αυθεντικό; Ή υπάρχουν καταστάσεις πίσω από τις κάμερες που διαμορφώνουν διαφορετικά το τελικό αποτέλεσμα;
Πιστεύω πως αυτό που βλέπει ο τηλεθεατής στο MasterChef είναι 100% αληθινό. Ό,τι συμβαίνει μπροστά στην κάμερα είναι αυτό ακριβώς που έχει συμβεί — δεν υπάρχει τίποτα στημένο ή “πειραγμένο”, ούτε πριν ούτε μετά. Δεν υπάρχουν διακρίσεις ή προνομιακή μεταχείριση. Για όλους ισχύουν οι ίδιες συνθήκες, οι ίδιοι χρόνοι, οι ίδιοι κανόνες.

Δεν θα ήταν ούτε τίμιο ούτε λειτουργικό να ευνοείται κάποιος. Δεν γίνεται, για παράδειγμα, ένας παίκτης να κάνει λάθος και να του επιτραπεί να προσθέσει κάτι στο πιάτο του αφού τελειώσει ο χρόνος, ενώ ένας άλλος να χρεωθεί το ίδιο λάθος. Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται. Ό,τι συνέβη μέσα στο πλατό, αυτό ακριβώς είδε και ο τηλεθεατής στο σπίτι. Δεν υπήρξε τίποτα μεμπτό — και αυτό είναι κάτι που το ένιωθαν όλοι όσοι συμμετείχαν.

Γεννήθηκαν αληθινές φιλίες μέσα στο MasterChef ή ένιωσες πως σε κάποιες περιπτώσεις κυριάρχησαν οι στρατηγικές και οι συμμαχίες του παιχνιδιού;
Ένα πράγμα που μπορεί να δημιουργεί απορία στον τηλεθεατή — κι εγώ το σκεφτόμουν παλιότερα βλέποντας τον διαγωνισμό — είναι το πώς γίνεται κάποιοι να δένονται τόσο γρήγορα και να σχηματίζουν φιλίες μέσα σε τόσο λίγο χρόνο. Κι όμως, πίστεψέ με, είναι αλήθεια. Μέσα στο σπίτι δημιουργούνται πραγματικές σχέσεις. Υπάρχουν φιλίες που συνεχίζονται μέχρι και σήμερα, παρότι ο διαγωνισμός έχει τελειώσει. Μιλάμε, βρισκόμαστε, κρατάμε επαφή.
Οι συνθήκες εκεί μέσα είναι εντελώς διαφορετικές από την καθημερινότητα. Δεν έχεις καμία επαφή με τον έξω κόσμο, δεν γνωρίζεις τι συμβαίνει εκεί έξω — επομένως ακόμα και μία μέρα μοιάζει να διαρκεί όσο μια ολόκληρη εβδομάδα. Θέλοντας και μη, έρχεσαι κοντά με τους ανθρώπους γύρω σου. Και το πιο περίεργο — ή μάλλον το πιο όμορφο — είναι ότι δεν το περίμενα αυτό από τον εαυτό μου. Είμαι κοινωνικός άνθρωπος, αλλά και αρκετά εσωστρεφής. Οπότε το ότι δέθηκα τόσο με κάποια άτομα, ήταν πραγματική έκπληξη και για μένα.

Ακόμα και τώρα, μιλάμε συχνά για τα επόμενα βήματά μας. Ο καθένας μας έχει τις δικές του επαγγελματικές σκέψεις, αλλά υπάρχουν και κάποιες ιδέες για κοινά σχέδια στο μέλλον. Δεν είναι κάτι που μπορώ να ανακοινώσω αυτή τη στιγμή, αλλά οι συζητήσεις έχουν γίνει. Το μόνο “εμπόδιο” είναι η απόσταση — άλλοι βρίσκονται στην Αθήνα, εγώ είμαι στην Κρήτη. Αλλά πραγματικά, με κάποια παιδιά υπήρξε πολύ δυνατή σύνδεση και πιστεύω πως, αργά ή γρήγορα, κάτι θα προκύψει.

Υπήρξαν στιγμές που ένιωσες απογοήτευση ή αδικία κατά τη διάρκεια του MasterChef; Κάτι που ίσως δεν αποτυπώθηκε στην οθόνη όπως πραγματικά συνέβη;
Απογοήτευση υπήρξε, ναι — αλλά όχι με την έννοια της αδικίας. Δεν ένιωσα ποτέ ότι έγινε κάτι άδικο εις βάρος μου. Η απογοήτευση είχε περισσότερο να κάνει με το ότι, σε κάποιες στιγμές, ήξερα πως θα μπορούσε να είχε πάει καλύτερα. Όταν χάνεις έναν πόντο για πολύ λίγο, για μια σάλτσα που δεν “έδεσε” όπως έπρεπε ή για μια λεπτομέρεια που δεν πρόλαβες να διορθώσεις λόγω χρόνου, αυτό σε πειράζει. Είναι αυτές οι “κακές στιγμές” που όλοι περνάμε μέσα στον διαγωνισμό.
Ο χρόνος πιέζει ασφυκτικά — δεν προλαβαίνεις να κάνεις τις διορθώσεις που θα έκανες σε μια κανονική κουζίνα. Και το αποτέλεσμα μπορεί να κρίνει μια ολόκληρη δοκιμασία, είτε για την ομάδα σου είτε για σένα προσωπικά σε μια αποχώρηση. Αυτές οι στιγμές φέρνουν απογοήτευση, γιατί ξέρεις πως είχες κάτι καλύτερο στο μυαλό σου — αλλά δεν κατάφερες να το βγάλεις όπως το ήθελες. Αυτό όμως είναι και το “παιχνίδι” του MasterChef: λειτουργείς υπό πίεση και δεν έχεις δεύτερες ευκαιρίες.

Στο MasterChef φάνηκες ήρεμος, δοτικός και μετρημένος. Είναι αυτά στοιχεία του χαρακτήρα σου ή μια στάση που επέλεξες συνειδητά να κρατήσεις μέσα στο παιχνίδι;
Δεν μπήκα ποτέ στο MasterChef με στρατηγική. Πίστευα — και το πιστεύω ακόμα — πως αν προσπαθήσεις να δείξεις κάτι που δεν είσαι, αυτό αργά ή γρήγορα θα φανεί. Καλύτερα, λοιπόν, να είσαι αληθινός από την αρχή. Σ’ έναν τέτοιο διαγωνισμό, εκτίθεσαι. Σε βλέπει πολύς κόσμος και είναι σημαντικό να παρουσιάσεις τον πραγματικό σου εαυτό.

Η ηρεμία που έδειχνα δεν ήταν μέρος κάποιας τακτικής· είναι στάση ζωής. Πιθανόν να με βοήθησε τελικά να φτάσω εκεί που έφτασα. Όλα πήγαν καλά για μένα, αλλά δεν ήταν εύκολο από την αρχή. Επειδή όλα ήταν καινούργια — νέοι άνθρωποι, νέες συνθήκες — ήμουν λίγο πιο επιφυλακτικός. Μου πήρε λίγο παραπάνω χρόνο να “ξεμπλοκάρω”, να ανοιχτώ. Αλλά, τελικά, όλα κύλησαν ομαλά.

Δεν έπαιξα ρόλο, ήμουν εγώ

Για μένα, όλη αυτή η εμπειρία ήταν και ένα προσωπικό challenge. Έπρεπε να ξεπεράσω την έκθεση — μπροστά στην κάμερα, μπροστά στο κοινό. Ακόμα και σε εστιατόρια όπου εργαζόμουν, θυμάμαι περιστατικά όπου πελάτες ήθελαν να με γνωρίσουν, να με φωνάξουν να μιλήσουμε, κι εγώ ένιωθα άβολα. Δεν το διαχειριζόμουν πάντα με ευκολία. Μετά το παιχνίδι, νομίζω πως αυτό το κομμάτι το έχω ξεπεράσει — αν όχι εντελώς, σίγουρα σε μεγάλο βαθμό.

Τι θεωρείς ότι αποκόμισες από τους σεφ – τόσο τους κριτές όσο και τους συμπαίκτες σου – που δεν θα είχες την ευκαιρία να μάθεις σε μια παραδοσιακή επαγγελματική κουζίνα;
Μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία πήρα πάρα πολλά — μικρά tips, τεχνικές, γνώσεις που δεν θα τις αποκτούσα αλλιώς. Ιδιαίτερα οι δοκιμασίες αποχώρησης ήταν για μένα ένα πραγματικό σχολείο. Βλέπεις πιάτα που, αν δεν είχες την ευκαιρία να συνεργαστείς ή να διαγωνιστείς δίπλα σε αυτούς τους ανθρώπους, δεν θα τα έβλεπες ποτέ. Ούτε τις τεχνικές τους, ούτε τον τρόπο σκέψης τους.

Γενικά, μέσα στο παιχνίδι, μαθαίνεις συνεχώς — όχι μόνο από τους σεφ-κριτές, αλλά και από τους ίδιους τους συμπαίκτες σου. Όλο αυτό, όσο δύσκολο κι αν είναι, σε εξελίσσει και σε κάνει καλύτερο. Για μένα, ήταν ένα μεγάλο σχολείο. Και φυσικά, η συνεργασία με τον σεφ Χαραλαμπόπουλο ήταν εξαιρετική — έκλεινε έναν κύκλο γνώσης και εμπειρίας με τον καλύτερο τρόπο.

Αν είχες τη δυνατότητα να αλλάξεις ένα μόνο στοιχείο στη διαδρομή σου μέσα στο MasterChef, ποιο θα ήταν και γιατί;
Αν γυρνούσα πίσω, ίσως σε κάποιες φάσεις να ήμουν λίγο πιο προσεκτικός στα πιάτα που σέρβιρα. Θα έδινα περισσότερη έμφαση στις λεπτομέρειες από την αρχή της δημιουργίας τους, γιατί υπήρξαν περιπτώσεις όπου αυτό μου στοίχισε πόντους. Δεν ήταν θέμα ικανοτήτων, αλλά συγκέντρωσης. Αν κάτι θα άλλαζα λοιπόν, είναι ότι θα ήμουν πιο “focus”, πιο παρών σε κάθε βήμα της διαδικασίας. Νομίζω πως αυτό θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά.

Τι κράτησες, τελικά, από αυτό το ταξίδι, τόσο σε προσωπικό επίπεδο, όσο και ως μάγειρας; Τι σε διαμόρφωσε περισσότερο;
Όπως είπα και νωρίτερα, το MasterChef λειτουργεί τελικά σαν ένα ιδιαίτερο σχολείο — όχι μόνο σε επίπεδο γνώσεων, αλλά και σε προσωπικό επίπεδο. Ανακαλύπτεις πλευρές του εαυτού σου που δεν ήξερες ότι υπήρχαν, αντιδράσεις και αντοχές που δεν είχες δοκιμάσει ποτέ. Όλοι μας φύγαμε κάπως διαφορετικοί απ’ ό,τι ήμασταν όταν μπήκαμε στο παιχνίδι. Δεν είναι τόσο η μαγειρική που αλλάζει, όσο ο ίδιος σου ο χαρακτήρας. Βγαίνεις πιο σίγουρος, πιο συνειδητοποιημένος.
Και ειδικά για εμάς που μείναμε μέσα για πάνω από πέντε μήνες, ήταν μια διαδρομή έντονης εσωτερικής παρατήρησης. Βλέπεις τον εαυτό σου σε καταστάσεις που έξω, στην καθημερινότητα, δεν θα τις συναντούσες ποτέ.

Όσο για τις γνώσεις, φυσικά και μπορούν να εμπλουτιστούν και μέσα από σεμινάρια ή πρακτική εμπειρία. Αυτή είναι η δουλειά μας — να προσαρμοζόμαστε στις εξελίξεις, να μελετάμε και να ενημερωνόμαστε συνεχώς. Στο MasterChef, όμως, όλα αυτά συμπυκνώνονται και συμβαίνουν πολύ γρήγορα, σε μεγάλη ένταση και μέσα σε ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Είναι σαν να ζεις σε fast forward μια ολόκληρη φάση της επαγγελματικής και προσωπικής σου πορείας.

Οι κριτές του MasterChef είναι όντως τόσο αυστηροί ή τόσο καλοί όσο δείχνουν στην τηλεόραση; Ποια ήταν η δική σου εμπειρία μαζί τους από κοντά;
Θεωρώ ότι οι τρεις σεφ συνθέτουν μια ιδανική ομάδα, με εξαιρετική χημεία τόσο μεταξύ τους όσο και με την παραγωγή. Ο καθένας ξεχωριστά διαθέτει βαθιά γνώση και εμπειρία στον χώρο της γαστρονομίας, ενώ ως προσωπικότητες αποτελούν σταθερές αναφορές στη σύγχρονη ελληνική κουζίνα. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάποιον, θα έλεγα πως ένιωσα μεγαλύτερη οικειότητα με τον σεφ Κοντιζά – όχι για κάποιον συγκεκριμένο λόγο, αλλά ίσως επειδή από την πρώτη στιγμή μου ενέπνευσε μια ιδιαίτερη συμπάθεια. 🖋



