Ο Κώστας Παγωμένος είναι ένας διακεκριμένος γλύπτης και ζωγράφος από το Ηράκλειο της Κρήτης, με ενεργή παρουσία στον εικαστικό χώρο από το 1976. Γεννημένος το 1960, σπούδασε ζωγραφική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Charleroi στο Βέλγιο.
Από το 1992, στράφηκε κυρίως στη γλυπτική και τις κατασκευές, χρησιμοποιώντας ποικίλα υλικά και τεχνικές, με έμφαση στο papier mâché. Το έργο του καλύπτει ευρύ φάσμα θεματικών, όπως η ανθρώπινη μορφή, τα παιδικά παιχνίδια, οι θαλάσσιοι οργανισμοί, οι μεταλλάξεις, η περιβαλλοντική τέχνη και κοινωνικά ζητήματα όπως η παγκοσμιοποίηση, η οικονομική κρίση, ο πόλεμος και η προσφυγιά.
Έχει παρουσιάσει τη δουλειά του σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ έργα του κοσμούν μουσεία και ιδιωτικές συλλογές.
Συνέντευξη Στέλιος Κουνδουράκης

Πώς διαμορφώθηκε η καλλιτεχνική σας ταυτότητα από τα πρώτα σας βήματα μέχρι σήμερα;
Η διαδρομή μου στην τέχνη ξεκίνησε στο εξωτερικό, όταν βρέθηκα να σπουδάζω στην Ακαδημία Καλών Τεχνών στο Βέλγιο. Εκεί πήρα τα πρώτα μου μαθήματα και έθεσα τις βάσεις της καλλιτεχνικής μου πορείας. Μετά τις σπουδές, επέστρεψα στην Ελλάδα, δημιούργησα οικογένεια και ξεκίνησα να δουλεύω σε ένα μικρό εργαστήριο στο σπίτι, έχοντας πάντα ως αφετηρία τη ζωγραφική.
Η ζωγραφική ήταν η κύρια ενασχόλησή μου στα πρώτα μου βήματα. Έχω σπουδάσει σχέδιο και ζωγραφική, οι πίνακές μου ήταν κυρίως με ανθρωπόμορφα θέματα. Σπάνια ζωγράφιζα τοπία. Σταδιακά, όμως, άρχισα να ασχολούμαι με τη χαρτογλυπτική, χρησιμοποιώντας τον χαρτοπηλό, και έτσι μπήκα στον κόσμο της γλυπτικής. Από τότε, ο χαρτοπηλός είναι το βασικό υλικό που χρησιμοποιώ στα περισσότερα έργα μου.

Μία από τις πρώτες σημαντικές στιγμές, όταν επέστρεψα Ελλάδα, ήταν όταν μου ζητήθηκε να φιλοτεχνήσω την πρώτη προτομή και ήταν του Ηρακλή Κοκκινίδη, ενός ήρωα της Τουρκοκρατίας, η οποία βρίσκεται σήμερα στο χωριό Κεραμούτσι. Από τότε, έχω δημιουργήσει αρκετά έργα μνημειακά και γενικά ασχολούμαι κυρίως με δημόσια έργα.
Η μετάβαση από τη ζωγραφική στη γλυπτική έγινε το 1992. Η γλυπτική ήταν πάντα κάτι που με ενδιέφερε. Ύστερα από 20 χρόνια στο Βέλγιο, επέστρεψα στην Ελλάδα και ξεκίνησα να την εξερευνώ πιο συστηματικά.
Στις εκθέσεις μου, παρουσιάζω κυρίως τρισδιάστατα έργα και καλλιτεχνικές κατασκευές, όχι τόσο ζωγραφική. Πιστεύω για να μπορεί κάποιος να ασχοληθεί σοβαρά με τη γλυπτική, πρέπει πρώτα να έχει γερές βάσεις στο σχέδιο και τη ζωγραφική.

Ποιες ήταν οι πρώτες σας συνεργασίες ή καλλιτεχνικές δουλειές μετά την εγκατάστασή σας στο Ηράκλειο;
Παράλληλα με τα δημόσια έργα μου, μου προτάθηκε από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης να συνεργαστούμε. Επειδή ήδη ασχολιόμουν με πολλά υλικά και είχα τον τρόπο μου να τα παντρεύω, ανέλαβα τον σχεδιασμό και την κατασκευή του παιδικού τμήματος του μουσείου, που ονομάζεται “Ερευνώτοπος”.
Εκεί χρειάστηκε να δημιουργήσω κατασκευές που να θυμίζουν όσο το δυνατόν περισσότερο την πραγματικότητα, δηλαδή, πανομοιότυπες με φυσικά περιβάλλοντα και στοιχεία. Έφτιαξα, μεταξύ άλλων, ένα τεράστιο πλατάνι, μια σπηλιά, έναν χώρο νύχτας με σκηνές κάμπινγκ, όλα σε φυσικό μέγεθος. Ήταν ένα πολύ απαιτητικό και δημιουργικό έργο, το οποίο διήρκεσε περίπου ενάμιση χρόνο. Ήταν και η πρώτη φορά που χρησιμοποίησα τον πολυεστέρα ως βασικό υλικό.

Μετά τη συνεργασία με το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, μου έγινε πρόταση από το Ενυδρείο Κρήτης για ένα νέο project. Εκεί ασχολήθηκα επίσης με την κατασκευή τρισδιάστατων θεματικών στοιχείων, συνεχίζοντας να δουλεύω με τον ίδιο τρόπο και υλικά, για ακόμα περίπου ενάμιση χρόνο. Ήταν μια πολύ δημιουργική περίοδος, που μου έδωσε την ευκαιρία να εξελίξω τις τεχνικές μου και να πειραματιστώ με νέες μορφές παρουσίασης.
Από τα πρώτα μου σχέδια στο πλαίσιο της συνεργασίας μου με το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και το Ενυδρείο Κρήτης, ήταν ένα αντίγραφο της θαλάσσιας χελώνας καρέτα-καρέτα και ένα σαλάχι μεγάλων διαστάσεων. Τα έργα αυτά δημιουργήθηκαν σε συνεργασία με μια επιστημονική συνεργάτιδα του ΜΦΙΚ. Τα αντίγραφα ήταν πλήρως ζωγραφισμένα, με στόχο να αποδοθούν όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικά.
Στη συνέχεια, μου ζητήθηκε να δημιουργήσω βραχοσυνθέσεις για τα μικρότερα ενυδρεία που προστέθηκαν συμπληρωματικά στο Ενυδρείο, λίγα χρόνια μετά την αρχική κατασκευή του – η οποία, παρεμπιπτόντως, είχε γίνει από Γάλλους. Υπήρχαν λοιπόν “κενά” ενδιάμεσα, που έπρεπε να συμπληρωθούν με θεματικές κατασκευές. Έτσι, μετά από περίπου τρία χρόνια από την ίδρυσή του, ανέλαβα να φτιάξω πολυεστερικές βραχοσυνθέσεις, οι οποίες τοποθετήθηκαν μέσα στα ενυδρεία, υπό την καθοδήγηση του Πασκάλ, υπεύθυνου του project.

Εκτός από αυτά, έκανα και άλλες κατασκευές για το ενυδρείο, όπως το χαρακτηριστικό χταπόδι στην είσοδο και τους τεχνητούς βράχους της ρεσεψιόν.
Παράλληλα, ήρθε και η συνεργασία με το Γεωπάρκο Ψηλορείτη, όπου μου ζητήθηκε να κατασκευάσω μια τρισδιάστατη σπηλιά. Η δουλειά εκεί οδήγησε σε μια ακόμη συνεργασία, αυτή τη φορά με το Γεωπάρκο Σητείας. Πριν δύο χρόνια, ολοκλήρωσα ένα μεγάλο έργο: μια μεγαλύτερη σπηλιά στην Πάνω Ζάκρο, με πλήρη αναπαράσταση σταλακτιτών και φυσικών σχηματισμών. Δούλευα για περίπου ενάμιση μήνα, με τη βοήθεια ενός φίλου, γιατί ήταν πολύ απαιτητική κατασκευή – πλέον είναι επισκέψιμη για το κοινό.
Μέσα στο ίδιο project, έφτιαξα επίσης έναν τρισδιάστατο ανάγλυφο χάρτη με κλίμακα της Ανατολικής Κρήτης σε διαστάσεις 2 επί 2 μέτρα. Ο χάρτης είναι τοποθετημένος σε τοίχο και χρησιμοποιείται για προβολές, παρουσιάζοντας την ποικιλομορφία του κρητικού τοπίου. Ήταν ένα πολύ όμορφο και ουσιαστικό έργο, που συνδύαζε τέχνη και επιστημονική παρουσίαση με έναν άμεσο και ελκυστικό τρόπο.

Ποιες ήταν οι σημαντικότερες επιρροές σας κατά τη διάρκεια των σπουδών σας στο Βέλγιο;
Φυσικά και είχα επιρροές, είναι λογικό, ειδικά στα πρώτα μου χρόνια. Ιδιαίτερη επίδραση μου άσκησε ο καθηγητής μου Charles Sczymkowciz στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Charleroi στο Βέλγιο, Πολωνός στην καταγωγή, καταξιωμένος ζωγράφος που ζει ακόμα εκεί. Ήταν εκείνος που ουσιαστικά μου έμαθε να σχεδιάζω και να βλέπω το σχέδιο με “καλλιτεχνικό μάτι”. Με επηρέασε βαθιά, όχι μόνο τεχνικά αλλά και ως στάση απέναντι στην τέχνη.
Αρκετοί καλλιτέχνες μου αρέσουν και έχω επιρροές από τα έργα τους, αλλά όταν δημιουργώ, δεν κοιτάζω τίποτα, δεν θέλω να επηρεάζομαι άμεσα. Ό,τι βγαίνει, βγαίνει από μέσα μου, χωρίς “αναφορές”.

Τα έργα μου δεν είναι εύκολα. Δεν είναι αυτό που λέμε “εύπεπτα” ή εμπορικά. Είναι απαιτητικά, και πολλές φορές, έχουν μια σκοτεινή ή απαισιόδοξη χροιά. Μέσα από αυτά προσπαθώ να εκφράσω όσα συμβαίνουν γύρω μας, ιδιαίτερα την καταστροφή της φύσης. Είναι ένα θέμα που με επηρεάζει βαθιά: η μόλυνση, οι ανθρώπινες επεμβάσεις στο περιβάλλον, η γενετική αλλοίωση, όλα αυτά που σταδιακά χαλάνε την ποιότητα ζωής μας. Αυτές είναι οι σύγχρονες “πληγές” που προσπαθώ να αποτυπώσω μέσα από τη δουλειά μου.

Πώς η επιστροφή στην Κρήτη επηρέασε τη δουλειά σας;
Πιστεύω πως, ακόμα κι αν είχα μείνει στο Βέλγιο, θα είχα τελικά ασχοληθεί με τη γλυπτική. Είναι κάτι που αγαπώ πολύ, μου αρέσει το τρισδιάστατο, το χειροπιαστό, το να δίνεις “όγκο” στην ιδέα σου. Η επιστροφή μου στην Κρήτη ήταν κάτι που ήθελα και το αναζητούσα. Παρ’ όλα αυτά, το Βέλγιο με έχει σημαδέψει. Έχω πολλές επιρροές από εκεί, ήταν καθοριστικά χρόνια για εμένα, και κουβαλάω ακόμα μέσα μου μνήμες, εικόνες, εμπειρίες. Έχω κρατήσει πράγματα από εκεί, χωρίς να σημαίνει ότι θα ήθελα να επιστρέψω. Το Βέλγιο είναι για μένα ένα μέρος που θυμάμαι, όχι ένα μέρος στο οποίο ανήκω πια.
Όλα αυτά που κουβαλούσα μέσα μου – οι εμπειρίες, τα συναισθήματα, οι εσωτερικές εντάσεις – τα εξέφρασα μέσα από τη ζωγραφική. Σαν καλλιτέχνης, εκφράζεσαι όχι με λόγια αλλά μέσα από το έργο σου. Ποτέ δεν ήμουν άνθρωπος του λόγου· ήμουν πάντα της εικόνας, της πράξης, της έκφρασης μέσα από τη δημιουργία. Έτσι, τα έργα μου εκείνη την περίοδο είχαν μεγάλη συναισθηματική φόρτιση και μου το έλεγαν αυτό: τα έβρισκαν σκοτεινά, απαισιόδοξα, ακόμα και φοβιστικά. Ήταν όμως η δική μου αλήθεια, η ανάγκη να εξωτερικεύσω όσα κουβαλούσα μέσα μου.
Ειδικά όταν επέστρεψα στην Κρήτη, ένιωσα πως βγήκαν στην επιφάνεια πολλά απωθημένα της παιδικής μου ηλικίας. Σήμερα, η δουλειά μου έχει στραφεί περισσότερο σε κοινωνικά ζητήματα, επηρεάζομαι έντονα από την πραγματικότητα γύρω μας, από φαινόμενα που συμβαίνουν στην κοινωνία, στον άνθρωπο, στη φύση. Είναι ένας τρόπος να παραμείνω ενεργός και να μιλώ μέσα από τα έργα μου για όλα αυτά που με αγγίζουν βαθιά.

Γιατί επιλέξατε το papier mâché ως κύριο υλικό για τα γλυπτά σας;
Ο χαρτοπηλός είναι μια τεχνική που βασίζεται στην ανακύκλωση της παλιάς εφημερίδας. Η εφημερίδα λιώνεται, σπάει σε μικρά κομμάτια και ζυμώνεται με μια κόλλα, δημιουργώντας μια ζύμη παρόμοια με πηλό. Αυτό το ζυμάρι είναι εύπλαστο και μπορείς να το πλάσεις πάνω σε ένα μεταλλικό σκελετό ή σκελετό από σύρμα, που χρησιμεύει ως βάση για το γλυπτό.
Η διαδικασία είναι σταδιακή και απαιτεί υπομονή, καθώς το έργο δεν ολοκληρώνεται με την πρώτη εφαρμογή. Γίνονται πολλές επιστρώσεις, και το κομμάτι αφήνεται να στεγνώσει στον ήλιο μεταξύ των στρώσεων. Με αυτόν τον τρόπο, μπορείς να αφαιρέσεις, να προσθέσεις, να σπάσεις ή να κολλήσεις ξανά κομμάτια, μέχρι να φτάσεις στο επιθυμητό αποτέλεσμα.

Όταν το έργο στεγνώσει και σκληρύνει, τρίβεται όπως θα έκανες με ξύλο, και στη συνέχεια περνάει από διάφορα βερνίκια που το σταθεροποιούν και το προστατεύουν.
Εκτός από τις τεχνικές ιδιότητες, επιλέγω τον χαρτοπηλό και για το οικονομικό του κόστος, καθώς πρόκειται για ένα σχετικά φτηνό υλικό σε σύγκριση με άλλες επιλογές. Αν κάποιος θέλει να δημιουργήσει αντίγραφο σε μπρούτζο ή άλλο μέταλλο, τότε το πρωτότυπο που έχω φτιάξει με χαρτοπηλό μπορεί να σταλεί σε χυτήριο, όπου γίνεται το αντίστοιχο χύτευμα σε μπρούτζο, ανοξείδωτο ή αλουμίνιο.

Ποιες άλλες τεχνικές και υλικά χρησιμοποιείτε και πώς συνδυάζονται μεταξύ τους;
Ο χαρτοπηλός αποτελεί βασικό υλικό στη δουλειά μου, όμως ποτέ δεν περιορίστηκα μόνο σε αυτόν. Συνδυάζω συχνά τον χαρτοπηλό με άλλα υλικά όπως μέταλλο, ξύλο, πολυεστέρα και γυαλί, δημιουργώντας πολυδιάστατες κατασκευές που έχουν έντονη παρουσία και χαρακτήρα. Ο συνδυασμός αυτών των υλικών μου δίνει τη δυνατότητα να πειραματιστώ με διαφορετικές υφές, βάρη και μορφές, επιτυγχάνοντας έργα που δεν περιορίζονται στην κλασική εικόνα ενός γλυπτού.

Πώς αντανακλά το έργο σας τις σύγχρονες κοινωνικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις;
Τα έργα που δημιουργώ αντικατοπτρίζουν την εποχή μας και τα προβλήματα που μας περιβάλλουν. Μετατρέπω σε τέχνη όσα με απασχολούν και με προβληματίζουν, καυτηριάζοντας κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα. Για παράδειγμα, αναδεικνύω μέσα από τη δουλειά μου τις επιπτώσεις της γενετικής τροποποίησης στους σπόρους και τη φύση, την επέμβαση του ανθρώπου που αλλοιώνει τη φυσική ισορροπία των φυτών και των οικοσυστημάτων.
Παράλληλα, θίγω την καταστροφή του περιβάλλοντος και την αέναη παρουσία των πολέμων, που από πάντα υπάρχουν αλλά παραμένουν ιδιαίτερα επίκαιροι και οδυνηροί. Με τα έργα μου προσπαθώ να εκφράσω την αγωνία μου για αυτά τα ζητήματα, ώστε να προκαλέσω σκέψη και ενσυναίσθηση στον θεατή, μέσα από μια καλλιτεχνική ματιά που συνδυάζει την ευαισθησία με την κριτική στάση.

Μιλώντας για την καλλιτεχνική σας πορεία και τις θεματικές που αγγίζετε, μπορείτε να μας πειτε λίγα λόγια για το θέμα της έκθεσης που ξεκινά σήμερα στο ξενοδοχείο Alai Crete στη Σταλίδα; Τι θα δουν οι επισκέπτες και ποια είναι η κεντρική ιδέα πίσω από τα έργα που παρουσιάζετε;
Η έκθεση εστιάζει σε δύο βασικούς άξονες που με απασχολούν έντονα. Ο πρώτος αφορά την επέμβαση του ανθρώπου στη φύση, μέσα από γλυπτά που απεικονίζουν δέντρα, φυτά και άλλα στοιχεία της φύσης, αλλά με έναν τρόπο που δείχνει πώς έχει επηρεαστεί και αλλοιωθεί από τις ανθρώπινες παρεμβάσεις. Θέλω να αναδείξω την ευαισθησία απέναντι στη φύση και ταυτόχρονα να προκαλέσω προβληματισμό για τις συνέπειες της ανθρώπινης δράσης.

Ο δεύτερος άξονας είναι πιο νοσταλγικός και φωτεινός, αφορά στα παιδικά παιχνίδια που παίζαμε παλιά στις γειτονιές μας. Στην έκθεση παρουσιάζω γλυπτά που αναπαριστούν χειροποίητα παιχνίδια όπως το κουτσό, η τυφλόμυγα, το κρυφτό, η ρόδα, η σβούρα. Πρόκειται για παιχνίδια της παλιάς εποχής, της δικής μου γενιάς, που σήμερα έχουν σχεδόν χαθεί. Μέσα από αυτά τα έργα θέλω να αποτυπώσω καλλιτεχνικά τη ζωντάνια και την αθωότητα εκείνων των χρόνων, που έχουν σημαδέψει βαθιά την παιδική μου ηλικία και τη συλλογική μας μνήμη.

Ποιες στιγμές από την καλλιτεχνική σας πορεία θεωρείτε πιο καθοριστικές;
Η πρώτη μου ατομική έκθεση έγινε στην Gallery Σταυρακάκη και είχε τίτλο “Κατασκευές – Αντικείμενα”. Ήταν μια σημαντική στιγμή που παρουσίασα τις πρώτες μου δουλειές και μου έδωσε ώθηση να συνεχίσω.
Το 2008 πραγματοποίησα μια ακόμη μεγάλη ατομική έκθεση με τίτλο “Και ο καιρός στο μηδέν”, όπου παρουσίασα μια ολοκληρωμένη συλλογή έργων μου με την επιμέλεια της ιστορικός τέχνης Ντενίζ Χλόη Αλεβίζου. Σε αυτήν την έκθεση ο επισκέπτης είχε τη δυνατότητα να πάρει μαζί του ένα CD με όλη τη δουλειά μου, το οποίο περιλάμβανε παρουσίαση σε μορφή PowerPoint με όλα τα έργα μου, προσφέροντας μια πιο βαθιά και ολοκληρωμένη εμπειρία.
Εκτός από αυτές, έχω συμμετάσχει σε πάρα πολλές ομαδικές εκθέσεις, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Είναι τόσες πολλές που δύσκολα μπορώ να αναφέρω συγκεκριμένες, όμως όλες έχουν συμβάλει σημαντικά στην καλλιτεχνική μου πορεία και εξέλιξη.
Φυσικά, δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω και τη μεγάλη μου αναδρομική έκθεση με τίτλο “Ιδανικές Φωνές”, η οποία πραγματοποιήθηκε στη Δημοτική Πινακοθήκη Μαλεβιζίου στις 25 Μαΐου πέρυσι. Η έκθεση ήταν υπό την επιμέλεια της Ελένης Σαπουντζή και του Μάνου Χαιρέτη και αποτέλεσε μια σημαντική ανασκόπηση της πορείας μου ως εικαστικός.
Ήταν μια ιδιαίτερα συγκινητική στιγμή για μένα, καθώς παρουσίασα έργα από διάφορες περιόδους της καλλιτεχνικής μου διαδρομής, δίνοντας την ευκαιρία στο κοινό να γνωρίσει την εξέλιξή μου και τις θεματικές που με απασχολούν διαχρονικά.

Ποιες είναι οι βασικές αρχές που προσπαθείτε να μεταδώσετε στους μαθητές σας;
Έχω διδάξει σε διάφορα καλλιτεχνικά εργαστήρια, μεταξύ των οποίων ήταν ο Κοχλίας στο Ηράκλειο, απευθυνόμενο σε μικρά παιδιά και ενήλικες, αν και πλέον δεν υπάρχει πια. Επίσης, έχω διδάξει στο CBS Studies, για ειδικότητες interior design και γραφιστική και συνεργάστηκα μαζί τους για 17 χρόνια.
Στο προσωπικό μου εργαστήριο κάνω ιδιαίτερα μαθήματα εστιάζοντας στο ελεύθερο σχέδιο και στη γλυπτική. Είναι μια διαδικασία που μου αρέσει πολύ, καθώς μπορώ να μεταδώσω τεχνικές και να παρακολουθώ την πρόοδο των μαθητών μου σε ένα πιο προσωπικό και δημιουργικό επίπεδο.



Αυτό τον καιρό, προσπαθούμε με άλλους συνάδελφους να ιδρύσουμε ξανά τον σύλλογο εικαστικών καλλιτεχνών Κρήτης

Ποιες νέες κατευθύνσεις ή πειραματισμούς σκοπεύετε να εξερευνήσετε στα επόμενα έργα σας;
Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω κάποια διαφορετική απάντηση να δώσω από αυτή που λέω πάντα: δεν κάνω ποτέ έργα για να αρέσουν στο κοινό. Δεν με απασχολεί αν κάτι είναι εμπορικό, αν θα πουληθεί ή όχι. Δεν δημιουργώ με σκοπό το “εύκολο” ή το “πιασάρικο”. Το έργο μου βγαίνει από μέσα μου, αυθόρμητα, με βάση τα συναισθήματα που βιώνω εκείνη τη στιγμή.


Όταν φτιάχνω ένα έργο ταυτίζομαι με αυτό . Πρέπει να αισθανθώ βαθιά αυτό που απεικονίζω, ειδικά στην ανθρώπινη φιγούρα, το βλέμμα, την ένταση. Πρέπει να μπω στο “πετσί” του έργου, να νιώσω τον χαρακτήρα, για να μπορέσω να αποδώσω την έκφραση που θέλω. Η τέχνη για μένα είναι βιωματική, όχι στρατηγική.

Ποιες είναι οι βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζετε όταν δημιουργείτε ένα σκηνικό για μια θεατρική παράσταση; Πώς ισορροπείτε την καλλιτεχνική έκφραση με τις τεχνικές ή σκηνοθετικές απαιτήσεις;
Η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα όταν δημιουργώ ένα σκηνικό είναι να καταλάβω πραγματικά τι έχει στο μυαλό του ο σκηνοθέτης. Έχω συνεργαστεί πολλές φορές με τον Τηλέμαχο Μουδατσάκη, είναι ένας απαιτητικός σκηνοθέτης, με τον οποίο όμως έχουμε βρει έναν κοινό κώδικα, αλλά έχω δουλέψει και με άλλους σκηνοθέτες.
Συνήθως μου εξηγούν τι θέλουν, ποιο είναι το ύφος, το συναίσθημα που επιδιώκουν, και στη συνέχεια με αφήνουν ελεύθερο να το ερμηνεύσω και να το φτιάξω με τον δικό μου τρόπο. Δεν μου επιβάλλουν κάτι, και αυτό το σέβομαι και το εκτιμώ.

Η εμπειρία της δημιουργίας για το θέατρο είναι πολύ όμορφη. Δεν είναι κάτι επαναλαμβανόμενο, κάθε έργο είναι διαφορετικό, έχει άλλη αισθητική, άλλη ιστορία. Κάθε φορά είναι μια νέα πρόκληση. Δεν αντέχω την επανάληψη, με κουράζει. Γι’ αυτό και το θέατρο, με την εναλλαγή του, με κρατάει ζωντανό και δημιουργικό.

Πόσο δύσκολο είναι για έναν καλλιτέχνη να αποχωριστεί ένα έργο που έχει φτιάξει με την ψυχή του; Ένα έργο που νιώθει πως του ανήκει και δεν θέλει να το δώσει;
Απλά… δεν το δίνω!» (γέλια). Υπάρχουν κάποια έργα που έχουν έντονη συναισθηματική φόρτιση για μένα, για παράδειγμα, έργα στα οποία έχουν ποζάρει τα παιδιά μου. Αυτά δεν μπορώ να τα αποχωριστώ, είναι πολύ προσωπικά. Το ίδιο ισχύει και για κάποια έργα που βρίσκονται εδώ, στον χώρο της γκαλερί. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα εύκολα να τα δώσω.
Βέβαια, από την άλλη, πιστεύω ότι η τέχνη είναι για όλους. Γι’ αυτό, αν και βλέπω τα έργα μου σαν παιδιά μου, θέλω να πηγαίνουν σε καλά χέρια, να εκτιμώνται και να τα φροντίζουν. Έχω χαρίσει πολλά έργα, σε ανθρώπους που ένιωσα ότι τα σεβάστηκαν, σε μουσεία, σε δήμους. Το κάνω επειδή το νιώθω, όχι επειδή πρέπει. Πάντα με γνώμονα το ποιος είναι απέναντί μου και αν θα δώσει αξία στο έργο.



Ποιες είναι οι καλλιτεχνικές σας φιλοδοξίες για το μέλλον;
Ένα πράγμα μόνο εύχομαι: να είμαι καλά, να έχω την υγεία μου, και να μπορώ να δουλεύω μέχρι την τελευταία μέρα. Θέλω να εργάζομαι, να δημιουργώ έργα όσο με κρατάνε οι δυνάμεις μου. Το εργαστήριό μου είναι ο δεύτερος μου κόσμος, εκεί περνώ σχεδόν όλη τη μέρα. 🖋

ΑΡΘΡΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΕΚΘΕΣΗΣ ALAI CRETE, ΣΤΑΛΙΔΑ










