Creativity

full of
positivity

Παρασκευή
27 Μαρτίου 2026

Κωνσταντίνος Κατσούλης | Ο χρόνος, η πειθαρχία και η έμπνευση διαμορφώνουν μια μουσική γεμάτη εσωτερική ακρίβεια

Ο Κωνσταντίνος Κατσούλης ανήκει στη νέα γενιά Ελλήνων πιανιστών που με το ταλέντο, τη συνέπεια και τη βαθιά μουσικότητά τους αφήνουν ήδη έντονο αποτύπωμα στον καλλιτεχνικό χώρο.

Γεννημένος το 2002 στο Ηράκλειο, ξεκίνησε τη μουσική του πορεία σε ηλικία 8 ετών και από τότε ακολούθησε μια ανοδική τροχιά, πραγματοποιώντας το ντεμπούτο του μόλις στα 16 του με ρεσιτάλ στο Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο Ηρακλείου.

Έχει ήδη εμφανιστεί ως σολίστ με σημαντικές συμφωνικές ορχήστρες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, όπως η Ορχήστρα του ΑΠΘ και η Studentenphilharmonie Tübingen, ενώ έχει συμμετάσχει σε σημαντικά φεστιβάλ και διοργανώσεις, μεταξύ των οποίων το “Φεστιβάλ Πιάνου Ηρακλείου” και τα “Νέα Ταλέντα Κλασικής Μουσικής” του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης. Παράλληλα, έχει τιμηθεί με διακρίσεις σε πανελλήνιους διαγωνισμούς πιάνου, αναδεικνύοντας τη σταθερά ανοδική και πολύπλευρη πορεία του.

Αριστούχος σε όλες του τις σπουδές, τόσο μουσικά όσο και ακαδημαϊκά, συνεχίζει να εξελίσσεται ως καλλιτέχνης και ως μουσικός επιστήμονας, σπουδάζοντας διεύθυνση ορχήστρας και παρακολουθώντας μαθήματα τελειοποίησης στη Λωζάνη. Ο Κωνσταντίνος Κατσούλης δεν είναι απλώς ένας ταλαντούχος νέος πιανίστας, αλλά ένα ολοκληρωμένο μουσικό πνεύμα που αναμένεται να διαγράψει λαμπρή πορεία στη διεθνή μουσική σκηνή.

Συνέντευξη Στέλιος Κουνδουράκης

Θυμάσαι την πρώτη φορά που ένιωσες ότι η μουσική θα είναι κάτι παραπάνω από ένα χόμπι;

Αυτό έγινε όταν ήμουν δεκαέξι χρονών. Έκανα την πρώτη μου συναυλία στο Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο Ηρακλείου. Ξεκίνησα μαθήματα από μικρός, 8 χρονών, αλλά πιστεύω ότι εκείνη την ημέρα είπα μέσα μου ότι η μουσική ήρθε για να μείνει στη ζωή μου.

Ήταν μία συναυλία που την προετοίμαζα ένα χρόνο και όταν πλέον βρέθηκα πάνω στη σκηνή συνειδητοποίησα ότι μου αρέσει πάρα πολύ. Αυτή η επικοινωνία με το κοινό που ένιωσα, η προετοιμασία του προγράμματος πριν μέρες, η αδρεναλίνη του performance εκείνη τη στιγμή, όλα αυτά μου τράβηξαν το ενδιαφέρον ήθελα να γίνουν μέρος της ζωής μου.

Πώς διαχειρίστηκες την αναγνώριση και την επιτυχία σε τόσο μικρή ηλικία;

Δεν θεωρώ ότι έχει έρθει η πολλή μεγάλη επιτυχία, την πραγματικότητα θέλω και μπορώ να την διαχειρίζομαι με μεγάλη ταπεινότητα, γιατί κάνω απλά τη δουλειά μου υπηρετώντας τους συνθέτες. Νομίζω ότι μεγάλο χρέος όλων των καλλιτεχνών να μεταχειριζόμαστε το μουσικό υλικό με μεγάλη σεμνότητα. Για μένα ένας μουσικός θα είναι πάντα ένας «υπηρέτης» του συνθέτη, ένας εκπρόσωπος αυτού, χωρίς να βγαίνεις πάνω από αυτόν ή τη μουσική του.

Ποια ήταν η πρώτη σου μεγάλη διάκριση και πώς ένιωσες εκείνη τη στιγμή;

Στον διαγωνισμό του ΑΠΘ, ως βραβευθέντας, για νέους σολίστες είχα την ευκαιρία να παίξω με την ορχήστρα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου στην αίθουσα τελετών στο πλαίσιο των χριστουγεννιάτικων εκδηλώσεων μπροστά σε χίλια άτομα. Αυτό σίγουρα δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ένα κονσέρτο, μία από τις μεγαλύτερες στιγμές για μένα που μπορεί να ζήσει ένας μουσικός στην καριέρα του. Όπως και τώρα πρόσφατα, την περασμένη Κυριακή των Βαΐων δηλαδή, που έπαιξα με την ορχήστρα του Βενιζελείου Ωδείου ως βραβευθέντας του περσινού διαγωνισμού «Αλίκη Βατικιώτη». Πιστέψτε με ήταν μία από τις ομορφότερες στιγμές που έχω ζήσει.

Ποια έργα σε εκφράζουν περισσότερο και γιατί;

Είναι δύσκολο να διαλέξεις αγαπημένο συνθέτη, πόσο μάλλον ένα έργο. Θα έλεγα, για το πιάνο πάντα, η ιδιοσυγκρασία του Francis Poulenc ταιριάζει πάρα πολύ σε εμένα και ο τρόπος που μεταχειρίζεται και συνθέτει τη μουσική. Ταιριάζει πολύ στη φιλοσοφία μου αυτός ο τρόπος διαχείρισης της μουσικής που περιλαμβάνει ταυτόχρονα ένα παιχνίδι χαριτωμένο, με νεανικό τρόπο, γεμάτο ενέργεια και παράλληλα, χωρίς να υπάρχει συνάφεια μεταξύ αυτών των δύο, μία σοβαρότητα, αβρότητα και σχεδόν θρησκευτικότητα.

Αγαπημένος συμφωνικός συνθέτης, κι επειδή σπούδασα διεύθυνση ορχήστρας, μπορώ να πω ότι είναι ο Γιοχάνες Μπραμς, χωρίς να καινοτομήσω πολύ (γέλια). Τις ιδιαίτερές του αρμονίες, την μαθηματική του σκέψη. Αγαπημένο μου έργο είναι η 3η συμφωνία, που είναι και ένα από τα αγαπημένα μου έργα στο συμφωνικό ρεπερτόριο.

Πώς μοιάζει μια τυπική σου μέρα; Πόσες ώρες αφιερώνεις στην εξάσκηση;

Μία τυπική μέρα περιλαμβάνει πολλή μελέτη, κυρίως στο πιάνο. Σωστή διατροφή, ελαφριά άσκηση αλλά κυρίως είναι αφιερωμένη στην μελέτη. Ακόμα κι αν πρέπει να μελετήσω κάτι για την ορχήστρα, πάλι στο πιάνο διαβάζω. Όταν τελειώσω με όλα αυτά επιλέγω είτε ακρόαση, να ακούσω άλλους ερμηνευτές, ώστε να πάρω ιδέες, είτε βουβό διάβασμα μέσα από τι παρτιτούρες.

Επιλέγοντας να παίξω ένα έργο έχω κάνει την έρευνα μου, σε ποιο πλαίσιο έχει γραφτεί, για ποιο λόγο, τι εκπροσωπεί, ποια περίοδο γράφτηκε. Όλα αυτά ανεβάζουν πολύ την ερμηνεία και νιώθεις ότι κάνεις κάτι πραγματικά σημαντικό με αυτόν τον τρόπο.

Δεν αναπαραγάγουμε τις νότες, δίνουμε ουσία, βάθος και ευελπιστούμε να δημιουργούμε και συναισθήματα στον ακροατή / θεατή. Οπότε χωρίς έρευνα δεν μπορείς να αγγίξεις στο μέγιστο ένα έργο. Την έρευνα την θεωρώ πάρα πολλή σημαντική γιατί είναι και οι σπουδές μου πάνω στην μουσικολογία, οπότε έχω ένα ολοκληρωμένο τρόπο προσέγγισης των έργων. Τα βλέπω στην ολότητά τους.

Πώς ισορροπείς τη ζωή σου ανάμεσα στη μουσική και τις άλλες δραστηριότητες ή φίλους;

Η αλήθεια είναι ότι κάποιοι από τους φίλους μου έχουν παράπονα γιατί δεν τους αφιερώνω τον χρόνο που θα έπρεπε. Θεωρώ ότι κάνω μεγάλες προσπάθειες να βρω χρόνο για όλα. Με σωστό πρόγραμμα, στο οποίο δεν είμαι καθόλου καλός, πιστεύω ότι όλα μπορούν να γίνουν καλύτερα στη ζωή μας.

Προσπαθώ να βρω τις ισορροπίες για προσωπική ζωή, άσκηση, επαφή με τη φύση, όλα αυτά δηλαδή που χρειαζόμαστε για να νιώθουμε καλά. Αναπόφευκτα όμως, όταν θες να κάνεις κάτι σημαντικό και ξεχωριστό και έχεις φιλοδοξίες υψηλού επιπέδου, κάτι θα χάσεις για να κερδίσεις κάτι άλλο. Τίποτα δεν γίνεται χωρίς θυσίες, χωρίς όμως να υποβιβάσουμε την ποιότητα της ζωής μας.

Ποια συμβουλή θα έδινες σε άλλους νέους που θέλουν να ακολουθήσουν το ίδιο μονοπάτι;

Νομίζω ότι θα απευθυνόμουν στους γονείς του περισσότερο από τους ίδιους και θα τους έλεγα ότι πρέπει να κατανοήσουν την σημασία της ποιοτικής μουσικής εκπαίδευσης από νεαρή ηλικία. Η μουσική εκπαίδευση για μένα είναι πάρα πολλή σημαντική για την ψυχή των παιδιών.

Ο τρόπος οργάνωσης, η πειθαρχία, η επαφή με την τέχνη γενικά. Εννοείται θα τους έλεγα να προσφέρουν απλόχερα στα παιδιά τους πολλά και ποιοτικά ερεθίσματα όπως συναυλίες, ηχογραφήσεις, θεατρικές παραστάσεις, συζητήσεις, γενικά να υπάρχει ένα υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον. Αυτό αποτελεί την ιδανική λύση για ένα μικρό παιδί λίγο πριν μπει στον κόσμο της μουσικής.

Οι περισσότεροι μουσικοί νομίζω είχαμε ένα τέτοιο υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον, ειδικά εδώ στην επαρχία που δεν είναι ευνοϊκό για τις τέχνες όσο στο εξωτερικό. Δεν παραβλέπω βέβαια την πορεία άλλων συναδέλφων που σε αντίξοες συνθήκες έχουν καταφέρει πάρα πολλά στη μουσική.

Ποιο ήταν το πιο συγκινητικό ή καθοριστικό στιγμιότυπο της μέχρι τώρα πορείας σου;

Μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές που έχω ζήσει ήταν η συναυλία στο Ηράκλειο, 21 Μαρτίου, που πραγματοποιήθηκε στο Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο Ηρακλείου. Αφού εξήγησα στον κόσμο το νόημα του τελευταίου κομματιού, ένιωσα πραγματικά ότι υπήρξε μία μέθεξης σε αυτό που έκανα. Μία ουσιαστική συναισθηματική συμμετοχή του κοινού σε αυτό που συνέβαινε σε αυτό το έργο.

Ο κόσμος, τα λόγια τους και η συγκίνηση στο πρόσωπό τους με έκανε να αντιληφθώ το πόσο τους άγγιξε. Είναι εκείνες οι στιγμές που συνειδητοποιείς ότι μπορείς να δώσεις κάτι παραπάνω από νότες στη μουσική. Λίγες αλλά ουσιαστικές στιγμές που με χαροποιούν πάντα όταν συμβαίνουν γιατί νιώθω δικαίωση για τον κόπο και τον χρόνο που έχω αφιερώσει σε όλο αυτό που λέγεται μουσική.

Αν μπορούσες να περιγράψεις την πρώτη σου επαφή με το πιάνο σαν μια σκηνή σε ταινία, τι θα βλέπαμε;

Η πρώτη μου επαφή με την μουσική ήταν σαν παιχνίδι. Γι αυτό ακριβώς το λόγο μου έρχεται μία χαρακτηριστική σκηνή από την ταινία Call Me by Your Name του Luca Guadagnino στην οποία βλέπουμε τον πρωταγωνιστή να παίζει ένα έργο του Μπαχ, αλλά διαρκώς να το αλλάζει.

Έτσι ήταν και με εμένα στις πρώτες μου επαφές με το πιάνο. Πάντα πείραζα το μουσικό υλικό που είχα και η δασκάλα μου, μου έλεγε να αλλάξω το παίξιμό μου, να το δω αλλιώς και πάλι απ την αρχή. Αυτό το στοιχείο του παιχνιδιού, από την πρώτη μου επαφή με το πιάνο μέχρι σήμερα με ακολουθεί.

Τι σκέφτεσαι πριν ανέβεις στη σκηνή; Κάποιο τελετουργικό; Κάποιο μυστικό;

Υπάρχει άγχος πάντα γιατί έχεις ευθύνη απέναντι στο κοινό που έχει αφιερώσει χρόνο για να έρθει να σε δει. Χρειάζεται να διαχειριστείς σαν καλλιτέχνης αυτό το άγχος γιατί αν προσπαθήσεις να το κρύψεις, αυτό διογκώνεται. Ένα τελετουργικό που ξεκινάει από το φαγητό, το πρωινό ξύπνημα, την εξάσκηση και τόσα άλλα πράγματα και συνήθειες. Δεν αλλάζουν όταν έρχεται η περίοδο μίας επερχόμενης συναυλίας και ακολουθούνται κατά γράμμα.

Αν η μουσική σου ήταν χρώμα, ποιο θα ήταν και γιατί;

Έχω μία φίλη που ασχολείται πάρα πολύ με τα άστρα, τα ζώδια κα την ερμηνεία των χρωμάτων και την επιρροή όλων αυτών στον άνθρωπο. Ισχυρίζεται ότι στην «Ψυχολογία των Χρωμάτων» είμαι κίτρινο και πορτοκαλί. Όπου κίτρινο βλέπουμε χαρά, ενέργεια, αισιοδοξία, φως αλλά και χαρακτηρισμούς όπως «τραβάει άμεσα την προσοχή. Φέρνει φως και ζωή», όπου πορτοκαλί λέπουκε ενθουσιασμό, δημιουργικότητα, ζωντάνια και χαρακτηρισμούς όπως «Συνδυάζει τη ζεστασιά του κόκκινου και τη χαρά του κίτρινου. Τονώνει και θερμαίνει».

Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί της αφού το γενικό συμπέρασμα είναι ότι εκπέμπω πολλή ενέργεια και είμαι πολύ φωτεινός! Έτσι και η μουσική μου επιδιώκω να είναι γεμάτη ενέργεια και φωτεινή. 

Αν μπορούσες να μιλήσεις με έναν μεγάλο συνθέτη – ζωντανό ή νεκρό – ποιον θα διάλεγες και τι θα τον ρωτούσες;

Δεν θα μπορούσε να μην είναι η απάντησή μου εδώ ο Μότσαρτ και αυτό που θα ήθελα να τον ρωτήσω είναι μία πολλή συγκεκριμένη ερώτηση. Πως θα τελείωνε το Requiem; Είναι το πιο διάσημο έργο που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει γιατί πέθανε.

Το γεγονός αυτό έχει δημιουργήσει μια αύρα μυστηρίου γύρω από το έργο και έχει εμπνεύσει βιβλία, ταινίες και θεωρίες συνωμοσίας. Επίσης θα ήθελα να μου πει αν η παρτιτούρα, η αποκατεστημένη που έχουμε σήμερα, πλησιάζει στις ιδέες του. Αν με ρωτάτε πιστεύω θα μας άφηνε έκπληκτους το αποτέλεσμα του έργου αν υπήρχε η δυνατότητα να το τελείωνε.

Τι νιώθεις όταν βλέπεις κάποιον να συγκινείται ακούγοντάς σε;

Αισθάνομαι πάρα πολύ καλά που κάποιος νιώθει την ανάγκη και την άνεση να μοιραστεί κάτι τόσο προσωπικό μαζί μου. Χαίρομαι που μπορώ να του προσφέρω αυτό το συναίσθημα και να του το μεταδώσω.

Αν η ζωή σου ήταν ένα κονσέρτο, πώς θα ήταν;

Θα έμοιαζε πάρα πολύ με το κονσέρτο του Πουλέν γιατί οι μεταβάσεις από το ένα σημείο στο άλλο μοιάζουν πάρα πολύ με ένα κολλάζ το οποίο πολλές φορές το ένα αντικρούει το άλλο. Φαινομενικά πάντα, με έναν εσωτερικό ρυθμό που τα ενώνει.

Πιστεύεις ότι το ταλέντο είναι ένα “δώρο” ή μια “δοκιμασία”; Ή και τα δύο μαζί;

Δεν υπάρχει ταλέντο, τελεία. Υπάρχει για μένα μόνο σκληρή δουλειά. Για πολλές από τις μεγάλες προσωπικότητες της μουσικής που θαυμάζουμε θα μπορούσαν να ισχυριστούν οι δάσκαλοί τους ότι δεν είχαν κάποιο μεγάλο ταλέντο.

Απλά δούλεψαν πολύ μεθοδικά και με πολύ πάθος γι αυτό που έκαναν. Έτσι το βλέπω εγώ, με σωστή και μεθοδική δουλειά γίνεσαι καλύτερος. Το ταλέντο, μπορεί να σου δώσει ευκαιρίες όταν είναι νωρίς, στα πρώτα βήματα γνωριμίας με τη μουσική, αλλά όλα είναι ζήτημα σωστής και μεθοδικής δουλειάς.

Τι φοβάσαι πιο πολύ: να χάσεις την έμπνευση ή να χάσεις το πάθος;

Δεν θα ήθελα να χάσω το πείσμα μου και την αγάπη μου για την μουσική, γιατί είναι πολύ εύκολο να συμβεί. Φιλοδοξώ στον χώρο στον οποίο έχω επιλέξει να δουλεύω να είμαι επαγγελματίας, αλλά ξέρω ότι είναι πολύ εύκολο να απογοητευτείς.

Έχω δει πολλά παιδιά να απογοητεύονται και δεν θα ήθελα να δω μία μεγάλη απογοήτευση αφενός να μου συμβεί και αφετέρου να με κάνει να τα παρατήσω. Αν και είχα φτάσει σε σημείο να τα παρατήσω στο παρελθόν, δεν το έκανα.

Είχα έναν τραυματισμό στα χέρια ο οποίος με πήγε αρκετά πίσω, κάνοντάς με να αισθάνομαι ότι χάνω πολλά πράγματα πάνω στη μουσική σε μία από τις πιο παραγωγικές περιόδους της ζωής μου. Επίσης να μην ξεχνάμε ότι ο κόσμος της μουσικής έχει πολλές απορρίψεις και άσχημες κριτικές, που πολλοί δεν γνωρίζουν, γι αυτό κι εγώ προσπαθώ να τις διαχειρίζομαι, αλλά δεν είναι πάντα εύκολο.

Όταν τελειώνει μια συναυλία και σβήνουν τα φώτα… τι μένει μέσα σου;

Μία ανάμνηση που δεν θα την αποχωριστώ ποτέ. Από όλες τις συναυλίες. Κι ένα μάθημα, είναι η κάθε συναυλία μου ένα μάθημα για μένα. Βλέπω τι μπορώ να βελτιώσω μετά το πέρας αυτής. Αυτοκριτική θα κάνω την επόμενη μέρα, ποτέ μετά το τέλος της συναυλίας ούτε καν την ίδια ημέρα.

Θα κάνω την αυτοκριτική μου σε μουσικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο συνθήκης, της γενικής εικόνας μου δηλαδή, τι μπορώ να αλλάξω, γενικά για όλο το performance, πως θα μπορούσε να γίνει καλύτερο. Από τα φώτα μέχρι την τοποθέτηση στη σκηνή όλα παίζουν σημαντικό ρόλο και επηρεάζουν μία επιτυχημένη εμφάνιση.

Τι θα ακούσουμε την Τετάρτη 16/4 στο Μεγάλο Αρσενάλι στα Χανιά από σένα;

Χαίρομαι πολύ καταρχάς που θα βρεθώ στα Χανιά, μία πάρα πολλή φιλόξενη πόλη με βάθος στον πολιτισμό και με αγαπητούς συναδέλφους αλλά και δασκάλους. Θα έχω την χαρά και την τιμή στον χώρο του Μεγάλου Αρσενάλι, με φόντο το ενετικό λιμάνι Χανίων, να παρουσιάσω ένα πρόγραμμα που εμπνέεται από τις μουσικές φόρμες και εκτείνεται από το Μπαρόκ μέχρι την σύγχρονη εποχή.

Ενδεικτικά θα πω ότι θα ακούσουμε το γεμάτο ενέργεια Prelude & Fugue του Bach, ένα πολύ δυναμικό πρελούδιο, αλλά και την διάσημη κλασική σονάτα Les Adieux του Beethoven, ή αλλιώς την σονάτα του αποχαιρετισμού. Εδώ ο Beethoven περιγράφει τον αποχαιρετισμό δύο φίλων, όταν ο ένας αναγκάζεται να φύγει στον πόλεμο και «βλέπουμε» στην περιγραφή την συγκίνηση και το κενό της απουσίας.

Αμέσως μετά θα ακολουθήσει μία πανηγυρική στροφή κι αυτό φαίνεται από την δεξιοτεχνία του έργου με την λυρική σονάτα του Grieg ένα έργο νεότητας, που το έγραψε σε ηλικία 22 χρονών και το οποίο εμπνέεται από την μυθολογία και την λαογραφία της χώρας του, καθώς και από τα παραμύθια.

Και τέλος το καθηλωτικό Black Earth του Fazil Say, ενός Τούρκου καλλιτέχνη, εκδιωγμένος από την χώρα του κάνοντας καριέρα στο εξωτερικό. Ένα έργο που έχει παραδοσιακές τζαζ και ρομαντικές αναφορές που αρχίζει με το baglama effect, περιγράφοντας τον θάνατο, ενώ το μεσαίο και λυρικό μέρος με τζαζ και ρομαντικές αναφορές περιγράφει την προδοσία από την αγαπημένη ενός ποιητή.

Θεωρείς ότι πρέπει να ευχαριστήσεις κάποιους ανθρώπους;

Σίγουρα θέλω να ευχαριστήσω την καθηγήτριά μου κα Μαρίνα Μπιλμέζη από το Παγκρήτιο Ωδείο όπου έκανα τα πρώτα μου βήματα στη μουσική, τον καθηγητή μου στη Θεσσαλονίκη, στο πιάνο κο Νίκο Ζαφρανάς και τον καθηγητή μου Βλαδίμηρο Συμεωνίδη της διεύθυνσης ορχήστρας στο Κρατικό Ωδείο.

Πάνω απ όλα την οικογένειά μου και για την αυριανή εκδήλωση ευχαριστώ πολύ το Βενιζέλειο Ωδείο για την διοργάνωση του διαγωνισμού «Αλίκη Βατικιώτη», για την φιλοξενία τους, το Δήμο Χανίων για όλη την προθυμία να βοηθήσει σε όλα και το κοινό των Χανίων, το οποίο θεωρώ είναι από τα καλύτερα στην Ελλάδα. Ένα κοινό που έχει ιστορία, πρόθυμο πάντα να ακούσει και να συζητήσει για μουσική, κάτι που δείχνει ποιότητα και σωστό υπόβαθρο γύρω από την τέχνη γενικά. 🖋

Η Συναυλία της Μ. Τετάρτης στο Μεγάλο Αρσενάλι, στα Χανιά, εδώ!

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

Ο Κωνσταντίνος Κατσούλης γεννήθηκε το 2002 στο Ηράκλειο. Άρχισε μαθήματα πιάνου σε ηλικία 8 χρονών και έκανε το ντεμπούτο του σε ηλικία 16 ετών με ρεσιτάλ πιάνου στο Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο Ηρακλείου.

Έχει εμφανιστεί ως σολίστ με την Ορχήστρα του ΑΠΘ, την Ορχήστρα του Παγκρήτιου Ωδείου, την ορχήστρα του Βενιζέλειου Ωδείου και την Ορχήστρα του Νέου Ωδείου Θεσσαλονίκης, ενώ έχει συμπράξει με την ορχήστρα του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης και τη Studentenphilharmonie Tübingen. Συμμετείχε στο “Φεστιβάλ Πιάνου Ηρακλείου”, στα “Νέα Ταλέντα Κλασικής Μουσικής” του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης και εμφανίστηκε ως σολίστ στη Θεσσαλονίκη (Αίθουσα Τελετών ΑΠΘ, Αίθουσα Συναυλιών Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών), Αθήνα (Αίθουσα Καυτανζόγλου), Χανιά (Βενιζέλειο Ωδείο Χανίων, Κέντρο Αρχιτεκτονικής Μεσογείου), Ηράκλειο (Π.Σ.Κ.Η., Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, Μινωικό Ανάκτορο Μαλίων) και Κοζάνη.

Είναι κάτοχος Πτυχίου (τάξη Μαρίνας Μπιλμέζη), Διπλώματος Πιάνου (τάξη Νίκου Ζαφρανά) και Πτυχίου Αντίστιξης με βαθμό «Άριστα». Είναι αριστούχος απόφοιτος του Πρότυπου Λυκείου Ηρακλείου και τελειόφοιτος στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (όπου εισήχθη με τον δεύτερο μεγαλύτερο βαθμό πανελλαδικώς), ενώ παράλληλα σπουδάζει διεύθυνση ορχήστρας στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης (τάξη Βλαδίμηρου Συμεωνίδη).

Παρακολουθεί μαθήματα τελειοποίησης στο Fondation Résonnance στη Λωζάνη με τον Σταύρο Δρίτσα. Έχει αναλάβει τη μουσική προετοιμασία της όπερας “I Pagliacci” (Κέντρο Πολιτισμού Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης) και του μουσικοθεατρικού προγράμματος «Πάμε Όπερα» του ίδιου φορέα. Είναι ο συνοδός πιανίστας των χορωδιών του ΑΠΘ, τις οποίες έχει επίσης διευθύνει.

Έχει διακριθεί στον διαγωνισμούς όπως «Νέοι σολίστ του ΑΠΘ», “Τάσος Παππάς” («Έπαινος»), “Αλίκη Βατικιώτη” (2η θέση) και έφτασε στην τελική φάση του Πανελλήνιου Διαγωνισμού Πιάνου για Νέους Πιανίστες στην Άνδρο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ