Την Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024, παρουσιάστηκε στο Ρέθυμνο το βιβλίο «ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΜΠΕΛΑΔΕΣ» (εκδ. ΔΙΣΙΓΜΑ), της Χριστίνας Σιδηροπούλου, με εικονογράφηση της Ναταλίας Καπατσούλια.
Η εκδήλωση οργανώθηκε από τον Σύλλογο Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης του Ρεθύμνου, σε συνεργασία με τον εκδότη του βιβλίου και με το βιβλιοπωλείο Κλαψινάκης.

Η Χριστίνα σπούδασε παιδαγωγικά στη Θεσσαλονίκη, εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή στη Γαλλία κι εργάστηκε στο Βέλγιο, πριν διοριστεί και ζήσει στο Ρέθυμνο. Έχει εργαστεί σε νηπιαγωγεία του εξωτερικού και της Ελλάδας, δίδαξε σε τμήματα Προσχολικής Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (Διδασκαλείο, στο Ρέθυμνο) και στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, στη Φλώρινα.
Πρόσφατα μετακινήθηκε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο ως ΕΔΙΠ στο Τμήμα Επιστημών Προσχολικής Εκπαίδευσης και Αγωγής.
Τη Χριστίνα τη γνώρισα στο Ρέθυμνο το 2003. Πεισματάρα και ακούραστη συνδικαλίστρια -επιτέλους οι γυναίκες να αποκτήσουν φωνή και ρόλο, σκέφτηκα!- συμμετείχε ενεργά στις διεκδικήσεις του κλάδου. Νηπιαγωγός δυναμική, με κέφι για δράσεις και επικοινωνία με τα παιδιά, με διάθεση για ουσιαστική σχέση με τους γονείς τους.
Πίστευε ότι τα νήπια μπορούν να κερδίσουν την αυτονομία τους από πολύ νωρίς.
Την είδα να μαθαίνει σε τρίχρονα πώς να ντύνονται μόνα τους. Να συζητάει με 4χρονα για έργα τέχνης και να διαβάζει παραμύθια. Παραμύθια αλλιώτικα από εκείνα που ξέρουμε. Όπου η Κοκκινοσκουφίτσα δεν είναι υπάκουη και αφελής αλλά ξύπνια και σκανταλιάρα, ο λύκος αντί μοχθηρός, είναι κωμικά αξιοθρήνητος.

Παραμύθια που σε ξαφνιάζουν, που ανοίγουν παράθυρα στον νου, που σε κάνουν να γελάς αλλά και να σκεφτείς πως τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται, οι ήρωες δε λένε εκείνο που περιμένεις να πουν. Και οι ήρωες αυτοί μπορούν να ζουν στο σήμερα και να δυσκολεύονται στις σχέσεις τους με τα ζώα ή με τους ανθρώπους.
Κάπως έτσι είναι και οι δικοί της σκαντζόχοιροι οι οποίοι βλάπτονται από μια επιλογή των ανθρώπων. Τι θα κάνουν; Θα προτιμήσουν να ξενιτευτούν ή θα αποφασίσουν να πάρουν θέση; Και ποια θα είναι αυτή;
(η συνέχεια στο βιβλίο…)

Συνέντευξη στη Μαρία Ψαρρού

Δέκα ερωτήσεις ζητούν απάντηση
Η Θεσσαλονίκη πόσο σημαντική υπήρξε ως γενέτειρα πόλη; Τι είναι εκείνο που αναπολείς περισσότερο από την παιδική σου ηλικία;
Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσω ότι δεν ταυτίζω την παιδική μου ηλικία με τη Θεσσαλονίκη όπου γεννήθηκα και έζησα ως τα 22 μου χρόνια. Αναμνήσεις παιδικής ηλικίας έχω κυρίως από το χωριό όπου ζούσαν οι γονείς της μητέρας μου.
Η Θεσσαλονίκη δεν αποτελεί για μένα τόπο ισχυρών παιδικών αναμνήσεων και δεσμών. Θυμάμαι ωστόσο μία συμμαθήτριά μου που έμενε σε μονοκατοικία σε ένα διώροφο νεοκλασικό κτίριο με αυλή και η αυλή είχε έναν μεγάλο φοίνικα στη μέση και πολλές τριανταφυλλιές και όταν άνοιγα την πόρτα για να μπω χτυπούσε ένα κουδουνάκι… Αυτό ήταν μια πολύ όμορφη εικόνα στην γειτονιά μου στη Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα όμως δίπλα σε αυτή την υπέροχη αυλή και το υπέροχο σπίτι υπήρχαν στενά ανήλιαγα σοκάκια στα οποία κατεβαίναμε για να παίξουμε μικρά παιδιά. Δεν υπήρχαν, βλέπεις, στις γειτονιές μας πάρκα… Μάλλον αυτή η αντίθεση να είχε για μένα κάποιο νόημα… και να μην μπορώ να αναπολήσω με κάποια θαλπωρή μνήμες από τότε…
Από την παιδική μου ηλικία αναπολώ όμως το παιχνίδι. Αναμφίβολα! Έπαιξα πολύ ως μικρή. Μπορώ να πω πάρα πολύ μάλιστα. Έπαιζα κυρίως στο χωριό. Εκεί περνούσα μεγάλο διάστημα τα καλοκαίρια και νοιώθω πολύ τυχερή γι’ αυτό. Με τα υπόλοιπα παιδιά της γειτονιάς φτιάχναμε μέσα από τα παιχνίδια μας, τις κουβέντες μας, τα νυχτέρια μας, ένα δικό μας σύμπαν.

Και αυτό για μένα σημαίνει ανεμελιά, δημιουργικότητα, αλληλεπιδράσεις με συνομήλικους, σκανταλιές, μυστικά, ένας ολόκληρος κόσμος συνομηλίκων, μακριά από τον κόσμο των ενηλίκων. Το βίωνα ως ελευθερία και λύτρωση. Ήταν μια πολύ όμορφη κατάσταση. Είχα την τύχη να έχω αδέρφια, ξαδέρφια και γύρω μου οικογένειες με παιδιά. Έχω χορτάσει παιχνίδι, αν χορταίνεται βέβαια ποτέ το παιχνίδι κι αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό.

Ποιοι παράγοντες συνέβαλαν ώστε να σπουδάσεις παιδαγωγικά;
Νομίζω πως ήταν καθαρά θέμα συγκυριών. Όταν έπρεπε να επιλέξω κατεύθυνση προς ποιον κλάδο θα προσανατολιζόμουν, τα παιδαγωγικά είχαν ζήτηση. Είχαν πρόσφατα αναβαθμιστεί σε πανεπιστημιακά τμήματα, υπήρχε έντονος δημόσιος διάλογος που αναγνώριζε την αξία της παιδαγωγικής επιστήμης και των μετέπειτα επιστημών εκπαίδευσης, οι αντίστοιχες σχολές ήταν περιζήτητες και με υψηλές βάσεις.
Ταυτόχρονα, παρέμενε και η νοοτροπία που είχαν οι μεγαλύτεροι, π.χ. οι γονείς μας ότι μέσα από τέτοιου τύπου σπουδές θα μπορούσαμε να έχουμε μια πιο σίγουρη επαγγελματική αποκατάσταση. Αυτό ήταν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκα και εγώ. Καταστάλαξα στα παιδαγωγικά, αλλά φανταζόμουν τον εαυτό μου να γράφω βιβλία για παιδιά. Τότε αφελώς σκεπτόμενη ή ονειροπολώντας με φανταζόμουν στη συγγραφική ομάδα των αναγνωστικών. Κάπως έτσι έβλεπα τον εαυτό μου στα 18 μου και έτσι επέλεξα τα παιδαγωγικά.

Από τα χρόνια που έζησες στη Γαλλία και στο Βέλγιο, ποιες ‘συναντήσεις’ ή ποιες εμπειρίες έχεις κρατήσει;
Έζησα στη Γαλλία και το Βέλγιο για μια δεκαετία, η οποία σηματοδότησε τα πρώτα μου βήματα ως ενήλικο και ανεξάρτητο άτομο. Εκεί συνέχισα τις σπουδές μου, εργάστηκα, συμβίωσα… Ήταν στην ουσία η δεκαετία που με ωρίμασε και που με έκανε να αποκτήσω επίγνωση του ποια είμαι και τι αναζητώ στη ζωή. Κι αυτό, πίστεψέ με, το κάνεις πιο ουσιαστικά, αλλά και πιο επώδυνα, σε έναν άγνωστο τόπο όπου καθημερινά αναμετριέσαι με το ποιος είσαι… καθώς η εμπειρία τού να ζεις σε μία άλλη χώρα από τη δική σου ξυπνά ταυτοτικά ζητήματα.

Δεν θα ήθελα να μιλήσω κυριολεκτικά για συναντήσεις, για να μην αδικήσω φίλους και φίλες πολύ σημαντικές και σημαντικούς για μένα. Θα πω όμως ότι συνάντησα ανθρώπους με ανοιχτό μυαλό, φιλικούς και δοτικούς, φιλομαθείς, ακομπλεξάριστους, χωρίς στερεότυπα απέναντι στο διαφορετικό και το ξένο. Ειδικά στη Γαλλία όπου έζησα και τα περισσότερα χρόνια, αισθάνθηκα ότι με αγκάλιασαν, αισθάνθηκα πολύ οικεία με τους ανθρώπους και μπορώ να πω ότι σε μεγάλο βαθμό με βοήθησαν να απελευθερωθώ και εγώ η ίδια από πολλές σκέψεις και συμπεριφορές που λειτουργούσαν περιοριστικά. Οπότε νομίζω ότι η παραμονή μου, κυρίως στη Γαλλία, είναι μια πολύ σημαντική εμπειρία…
Η Γαλλία για μένα ήταν μία χώρα πιο ανοιχτή και δημοκρατική, μια πιο φιλελεύθερη κοινωνία από τη δική μας και αυτό για μένα λειτούργησε ως οξυγόνο. Με αντίστοιχο όμως τρόπο, θα ήθελα να πω ότι με σημάδεψαν και τα έξι χρόνια που έζησα στο Ρέθυμνο. Η αμεσότητα των ανθρώπων, η επαφή με τη φύση και την παράδοση, ο ίδιος ο τόπος, τα χρώματα η αύρα που εκπέμπει… Νομίζω ότι αν η ζωή μου ήταν βιβλίο και την χώριζα σε κεφάλαια, ένα θα το αφιέρωνα στην Γαλλία κι ένα άλλο στο Ρέθυμνο.

Όταν είσαι με νήπια σε μια τάξη τι είναι εκείνο που θεωρείς πιο σημαντικό να κάνεις επικοινωνώντας μαζί τους;
Τι ωραία ερώτηση! Μου δίνει την ευκαιρία να πω πράγματα που θεωρώ σημαντικό να τα λέμε φωναχτά και να τα μοιραζόμαστε.
Λοιπόν θεωρώ πολύ σημαντικό το να δημιουργούμε τις συνθήκες εκείνες ώστε να αναπτύξουμε μέσα στην τάξη του νηπιαγωγείου ή την σχολική τάξη γενικά, ένα ασφαλές συναισθηματικό πλαίσιο για τα παιδιά. Τι εννοώ; Να απευθυνόμαστε στα παιδιά με ειλικρίνεια, να λαμβάνουμε υπόψη μας τους καημούς τους, τις απόψεις τους, τις ιδέες τους, να συνομιλούμε ισότιμα μαζί τους και αυτό σημαίνει να τους παίρνουμε σοβαρά υπόψη, να νιώθουν τα παιδιά αποδοχή, να καθρεφτίζουμε μέσα από τα λόγια μας και μέσα από τη μη λεκτική μας επικοινωνία, από τη στάση μας, μια θετική εικόνα για κάθε παιδί.

Να εντοπίζουμε τα στοιχεία εκείνα που έχει καθένα από αυτά, στα οποία μπορεί να βασιστεί για να αναπτυχθεί ολόπλευρα…να μην ενοχοποιούμε τα παιδιά, να μην τα νουθετούμε με μακροσκελείς διδακτισμούς, αλλά να καλλιεργούμε ένα κλίμα εμπιστοσύνης και αλληλοϋποστήριξης, να κάνουμε τα παιδιά να μας εμπιστευτούν και να μοιραζόμαστε μαζί τους εμπειρίες σκέψεις συναισθήματα.
Αυτά μπορεί κάποιος να πει ότι ακούγονται πολύ ωραία, αλλά πως δεν είναι εφικτά στην πραγματικότητα. Διαφωνώ και μάλιστα διαφωνώ κάθετα. Είναι εφικτά και υπάρχουν άνθρωποι, επαγγελματίες, δάσκαλοι, νηπιαγωγοί ή άλλα επαγγέλματα που καταφέρνουν να το κάνουν. Και υπάρχουν και ακαδημαϊκοί που δουλεύουν προς αυτήν την κατεύθυνση προκειμένου να έχουμε μια ουσιαστική επικοινωνία με τα παιδιά σε ένα δημοκρατικό και ισότιμο πλαίσιο.

Με την εμπειρία σου στα νηπιαγωγεία ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που λείπει (ή που θεωρείται, κακώς, υποδεέστερο) από την εκπαιδευτική πράξη;
Δεν είναι ένα στοιχείο μόνο που λείπει, είναι αρκετά. Δεν θα επεκταθώ ωστόσο πολύ. Θα αναφέρω πρώτα τις υλικοτεχνικές υποδομές και το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των σχολείων, δηλαδή τις ευθύνες που βαραίνουν την Πολιτεία.
Για να μπορέσεις να εγγυηθείς μια ποιοτική εκπαιδευτική διαδικασία πρέπει να έχεις σύμμαχο την Πολιτεία. Να σου εξασφαλίζει ένα δημοκρατικό πλαίσιο κι ένα σχολείο για όλα τα παιδιά, καλές κτιριακές και υλικοτεχνικές υποδομές, συνετό αριθμό παιδιών στην τάξη ώστε να μπορούν να υπάρχουν ποιοτικές αλληλεπιδράσεις και φυσικά να υπάρχει εκπαιδευτικό προσωπικό που να επαρκεί. Εκτός όμως από τις ευθύνες που βαραίνουν τους θεσμούς, θεωρώ ότι υπάρχει και η ατομική ευθύνη. Τι κάνουμε εμείς. Η εμπειρία μου σε τάξη 17 χρόνια και μετά 7 χρόνια στην υποστήριξη των φοιτητριών και φοιτητών στην πρακτική τους άσκηση, με έκανε να διαπιστώσω ότι σε ό,τι αφορά τις εκπαιδευτικές πρακτικές μας υπάρχει ένας κακώς εννοούμενος διαχωρισμός.

Οι πρακτικές μας δείχνουν ότι νοηματοδοτούμε με εντελώς αντιθετικό τρόπο το ελεύθερο/αυθόρμητο παιχνίδι των παιδιών και την οργανωμένη δραστηριότητα. Κι εξηγώ: θεωρούμε το ελεύθερο παιχνίδι ως μια υπόθεση των παιδιών, για την οποία εμείς έχουμε φροντίσει να διαμορφώσουμε από πριν ένα πλαίσιο για να αναπτυχθεί, αλλά δεν προβαίνουμε συστηματικά σε ενέργειες που το διευκολύνουν και το ενισχύουν στο βαθμό που θα έπρεπε και για όλα τα παιδιά ενώ θεωρούμε την οργανωμένη δραστηριότητα ως μια υπόθεση κυρίως των εκπαιδευτικών, οι οποίοι έχουν τον κυρίαρχο λόγο χωρίς να αφήνουν τη δυνατότητα στα παιδιά να διαμορφώσουν και τα ίδια το πλαίσιο δράσης τους.
Με λίγα λόγια, θα πω ότι στο νηπιαγωγείο λείπει ακόμη από το μάθημα το παιχνίδι και από το παιχνίδι η ποιοτική και πλούσια μαθησιακή εμπειρία.

Ποια ανάγκη σου ‘γέννησε’ τους Σκαντζοχοιρομπελάδες;
Η ιδέα για τους «Σκαντζοχοιρομπελάδες» προέκυψε μέσα από διαφορετικές μεταξύ τους συγκυρίες που συνέβησαν όμως την ίδια περίοδο. Καταρχάς να πω ότι η σύλληψη της ιδέας έγινε όσο ζούσα στο Ρέθυμνο.
Πηγαινοερχόμουν τότε με το αυτοκίνητο στα διάφορα σχολεία όπου εργαζόμουν έξω από την πόλη, διατρέχοντας αρκετά μεγάλες αποστάσεις καθημερινά και δυστυχώς έβλεπα αρκετά σκοτωμένα ζωάκια στο δρόμο. Ήταν μια εικόνα που με στεναχωρούσε ιδιαίτερα. Λυπόμουν πάρα πολύ τα σκοτωμένα ζωάκια και αναρωτιόμουν γιατί δεν κάνουμε περάσματα, για παράδειγμα μικρά τούνελ κάτω από τους δρόμους για να μπορούν να διαβαίνουν κι αυτά απρόσκοπτα τα μέρη όπου ζουν. Στο Ρέθυμνο επίσης, είχα την τύχη να ζω σε μονοκατοικία με αυλή, γεγονός που με …εξημέρωσε με τα ζωάκια που επισκέπτονταν την αυλή μου.
Έπιασα φιλίες μπορώ να πω μαζί τους…Ήταν για μένα πρωτόγνωρο, αφού πάντα ζούσα σε διαμέρισμα. Επίσης, το διάστημα που συνέβαιναν αυτά, υπήρχε μια μεγάλη κινητοποίηση των εκπαιδευτικών με απεργία που κράτησε σχεδόν 2 μήνες, αν θυμάμαι καλά επί υπουργίας Γιαννάκου. Κάναμε διαμαρτυρίες, ωραίες δυναμικές, πολύχρωμες πορείες με μουσικές και με μεγάλη συμμετοχή και μέσα από αυτές διαμορφώθηκε ένα πλαίσιο συλλογικότητας και αγωνιστικότητας.
Όλα αυτά ήταν οι συγκυρίες που διαμόρφωσαν ένα γόνιμο έδαφος για να δημιουργηθεί μετέπειτα το story των «Σκαντζοχοιρομπελάδων». Αυτό όμως που έδωσε ώθηση, που γέννησε την σπίθα για την ιδέα, ήταν μία κουβέντα που είχα με τα παιδιά όταν συζητούσαμε για τα ζωάκια και τους κινδύνους που διατρέχουν στους δρόμους από τα αυτοκίνητα και μοιραζόμουν μαζί τους τους προβληματισμούς μου. Κάπως έτσι προέκυψαν τα σκαντζοχοιράκια που προσπαθούν να γίνουν ορατά στους ανθρώπους, να αποκτήσουν φωνή και να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους.
Άρα, η ανάγκη να μοιραστώ σκέψεις, συναισθήματα, αλλά και ιδέες και θέσεις για τη ζωή υπάρχει πίσω από το βιβλίο. Με άλλα λόγια, η διάθεση για επικοινωνία. Μία πολύ ισχυρή ανάγκη να μοιραστώ σκέψεις και να ονειρευτώ έναν καλύτερο κόσμο.

«Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το μέλλον μας είναι η απάθεια» (της Τζέιν Γκούντολ, ανθρωπολόγου). Η φράση αυτή μου θύμισε το πρόσφατο βιβλίο σου. Ποια είναι κατά τη γνώμη σου η δύναμη των παραμυθιών;
Πριν από αρκετά χρόνια παρακολουθούσα στην τηλεόραση τη συνέντευξη ενός ιερέα και ψυχοθεραπευτή του πατέρα Φιλόθεου Φάρου στην οποία είχε αναφέρει ότι θεωρούσε ως το χειρότερο των ελαττωμάτων την αδιαφορία. Αρχικά, παραξενεύτηκα…
Εξηγώντας ο ίδιος το σκεπτικό του, το κατανόησα και συμφωνώ μαζί του. Η αδιαφορία ή η απάθεια, όπως το αναφέρεις, το να μην ενδιαφερόμαστε δηλαδή γι’ αυτό που συμβαίνει γύρω μας και να μην κάνουμε κάτι γι’ αυτό, να μην αντιδρούμε είναι τραγικό. Είτε αφορά σε σοβαρά κοινωνικά, πολιτικά οικονομικά ζητήματα, είτε αφορά σε καθημερινά ζητήματα με τα οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι οι άνθρωποι, είτε αφορά σε μικρά, είτε σε μεγάλα ζητήματα… από τα σκουπίδια στους δρόμους και το δέντρο, το παρτέρι ως την κακοποιητική συμπεριφορά απέναντι σε παιδιά, γυναίκες, ζώα…, την φτώχεια, τον συνάνθρωπό μας, τον πόλεμο… όλα…

Η αδιαφορία και με θυμώνει και με τρομάζει. Δεν ξέρω αν σημαίνει περισσότερο εγωισμό ή κρύβει μία ψευδή αίσθηση ανωτερότητας ότι εμείς αξίζουμε δηλαδή περισσότερο από τους άλλους και τους αγνοούμε, ή νομίζουμε πως είμαστε άτρωτοι ή πως θα παραμείνουμε αλώβητοι… Για μένα είναι σαν να αγνοούμε την ευθύνη που έχουμε απέναντι στην κοινωνία. Αυτό αν πραγματικά κυριαρχήσει δεν θα είναι καθόλου παρήγορο.
Νομίζω αυτή η ευθύνη απέναντι στον άλλο και η συλλογική δράση αντανακλάται ως ένα βαθμό στους «Σκαντζοχοιρομπελάδες». Οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να κατασκευάσουν ένα δρόμο για να μετακινούνται, αλλά έχουν και την υποχρέωση να δουν τον αντίκτυπο των επιλογών τους και των πράξεων στο περιβάλλον και να επανορθώσουν.
Τα σκαντζοχοιράκια έχουν το δικαίωμα να ζήσουν τη ζωή τους και φυσικά να διαμαρτυρηθούν προκειμένου να τους δουν οι άνθρωποι, αλλά από τη στιγμή που θα ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους, έχουν την υποχρέωση να ζουν ειρηνικά. Τώρα για τη δύναμη των παραμυθιών… από τη στιγμή που τα παραμύθια τόσους αιώνες συνεχίζουν να γοητεύουν μικρούς και μεγάλους, αυτό μιλάει από μόνο του.

Ποιο είναι το τελευταίο παραμύθι που διάβασες και σε ενθουσίασε;
Παραμύθι, με την έννοια των παραδοσιακών λαϊκών ή μαγικών παραμυθιών δεν έχω διαβάσει πρόσφατα κάποιο. Αυτό που λέμε με την ευρεία έννοια παραμύθια, αλλά στην ουσία πρόκειται για εικονογραφημένες ιστορίες ή εικονοβιβλία, έχω διαβάσει και διαβάζω συχνά και συστηματικά.

Θα ξεχώριζα το βιβλίο «Ο Νόι και η Φαλαινα» του Benji Devis, ένα εικονοβιβλίο όπου ο λόγος και η εικόνα συνυπάρχουν, αλληλοσυμπληρώνονται και δημιουργούν ένα επιτυχημένο αφηγηματικό δίδυμο. Γιατί το ξεχωρίζω; Είναι μια πολύ απλή και συναρπαστική ιστορία που αγγίζει πολλά θέματα και μας δίνει την ευκαιρία να σκεφτούμε και να συζητήσουμε…
Αστειευόμενη θα πω ότι θα ήθελα να την είχα γράψει εγώ για να δείξω πόσο πολύ μου αρέσει! Υπάρχουν όμως κι άλλες πολλές και αξιόλογες εκδοτικές προτάσεις…

Γνωρίζω ότι σου αρέσει πολύ ο κινηματογράφος. Θυμάσαι κάποια ταινία με θέμα τα Χριστούγεννα που αξίζει να την παρακολουθήσουμε στις διακοπές των Χριστουγέννων;
Αν και δεν συνηθίζω να βλέπω ταινίες που αναφέρονται σε περιόδους εορτών, πριν μερικά χρόνια είδα μία ταινία με τίτλο «Καλά Χριστούγεννα». Πρόκειται για μια ταινία του 2005 που αναφέρεται στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο σε μία ιστορία που διαδραματίζεται στα αντιμαχόμενα στρατόπεδα στο μέτωπο. Είναι πάρα πολύ συγκινητική ταινία, ουμανιστική και το κυριότερο; βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα! Νομίζω ότι αξίζει να την δει κανείς με αφορμή τώρα τις γιορτές που έρχονται. Ειδικά αν συμφωνούμε ότι το μήνυμα των Χριστουγέννων είναι η αγάπη, η ομόνοια, η ειρήνη…

Κάνεις όνειρα για το μέλλον; Ποιο είναι το πιο πρόσφατο όνειρό σου;
Υπάρχει άνθρωπος που να μην κάνει όνειρα; Σίγουρα κάνω όνειρα κι εγώ. Τώρα αν είναι όνειρα, επιθυμίες, ή ευσεβείς πόθοι… ο χρόνος θα δείξει. Το πιο πρόσφατο όνειρό μου; Μα, νομίζω η έκδοση των Σκαντζοχοιρομπελάδων από τις εκδόσεις Δίσιγμα!

Τη Χριστίνα τη γνώρισα στο Ρέθυμνο το 2003 και γίναμε φίλες.
Μαζί επιβεβαιώσαμε πριν από λίγες μέρες, πως η αγάπη ποτέ δε χάνεται!!
Καλές γιορτές σε όλους με πολλή αγάπη και καλούς φίλους!
Μαρία Ψαρρού


