Αρχίζει να παίζει θέατρο το 2000. Σε 10 περίπου χρόνια αποφασίζει να σπουδάσει υποκριτική στην Αθήνα, στη Δραματική Σχολή Πρώτη Πράξη, του Τάσου Χαλκιά. Από το 2010 ως σήμερα, παίζει, σκηνοθετεί, διδάσκει υποκριτική – τα τελευταία χρόνια στο Θεατρικό Εργαστήρι αγιούτο και στο θεατρικό εργαστήρι του Δημοτικού Θεάτρου Μυλοποτάμου. Παίζει τρομπέτα και του αρέσει να κάνει γιόγκα. Προσπαθεί να κρατάει επαφή με τον χορό και έχει πτυχίο Μηχανολογίας από το ΕΜΠ Κρήτης. Ζει, πλέον, μόνιμα στην Κρήτη “με τα τρία παιδιά του και την υπέροχη μαμά τους”.
Τον Βασίλη Ξενικάκη, σκηνοθέτη και ηθοποιό, τον γνώρισα από κοντά στις Μαργαρίτες, στις τελευταίες πρόβες της παράστασης Λε μαζίκ μαριολίκ. Όταν συμφωνήσαμε να συναντηθούμε, του ζήτησα ένα βιογραφικό για να έχω μια πρώτη εικόνα της πορείας του. Μου έστειλε ένα σύντομο κείμενο με 2 συμμετοχές στην τηλεόραση, 2 στον κινηματογράφο, 5 ρόλους στο θέατρο, 5 σκηνοθετικές δουλειές του -ελάχιστα δηλαδή από όσα έχει κάνει ως τώρα. Ήταν ένα βιογραφικό φτιαγμένο σε ένα 15λεπτο, «τσάτρα πάτρα, τον Ιούλιο, μέσα στον πανικό των προβών, για την αίτηση συμμετοχής σε μια ξένη σειρά», μου δικαιολογήθηκε. Και τον πήραν στη σειρά. Η σειρά θα είναι ιρλανδικής και ελληνικής παραγωγής για το BBC. Αυτά για το 2024. Από σήμερα, Σάββατο 4 Νοεμβρίου, και κάθε Σάββατο και Κυριακή, ώρα 9, θα τον θαυμάσουμε ξανά στο Thegaragerethymno, μαζί με τη Μάνια Κατσανάκη, τον Αντώνη Παλιεράκη και την Κοραλία Παλιεράκι, στο θεατρικό “2 γάμοι και 4 κηδείες” σε σκηνοθεσία της Ελένης Δάγκα.

Πώς ξεκίνησε, Βασίλη, η ενασχόλησή σου με το θέατρο, ποιες ήταν οι συνθήκες που σε οδήγησαν να το γνωρίσεις και στη συνέχεια να το αγαπήσεις;
Ήμουν πολύ μικρός, μάλλον στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού και η γιαγιά μου με είχε πάει σε μια παράσταση με τον Γιάννη Γκιωνάκη. Τον Γκιωνάκη τον γνώριζα από τις κωμωδίες στην τηλεόραση. Την παράσταση δεν τη θυμάμαι. Θυμάμαι όμως κάτι ερωτήματα αστεία, όπως για παράδειγμα, γιατί στο β΄μέρος της παράστασης βγήκε με ρόμπα και όχι με κοστούμι όπως στο α΄μέρος. Υπέθετα, ως παιδάκι που ήμουν, ότι δεν πρόλαβε να ντυθεί. Μεγαλώνοντας στο Γυμνάσιο, είχα μια καθηγήτρια φιλόλογο, Μαρία Βασιλάκη λεγόταν, μάλλον Ρεθυμνιώτισσα, η οποία μας μάζευε 15-20 μαθητές και μας πήγαινε στο θέατρο. Έτσι σιγά σιγά απέκτησα το μικρόβιο. Μου άρεσε να βλέπω θέατρο, το αντιμετώπιζα με δέος.
Βέβαια ποτέ δεν πίστευα ότι εγώ θα ασχοληθώ με αυτό. Ώσπου συνέβη το εξής: Ο μικρός μου αδερφός είχε κεντρικό ρόλο στην παράσταση του σχολείου του, Η Αυλή των Θαυμάτων, του Ιάκωβου Καμπανέλη. Όταν την παρακολούθησα άρχισα να αναρωτιέμαι αν μπορώ κι εγώ να ασχοληθώ με το θέατρο. Περνώντας στα Τει μηχανολογίας στο Ηράκλειο, πήγα στη θεατρική ομάδα της σχολής, το 2000. Η ομάδα είχε διαλυθεί για 6-7 χρόνια μα για καλή μου τύχη είχε αρχίσει να λειτουργεί ξανά, τη χρονιά που πήγα εγώ στα τει, με δάσκαλο τον Πέτρο Μαυροματίδη, ένα φοβερό σκηνοθέτη και ηθοποιό. Άρχισα να παίζω σε έργα από τα 18-19 μου και έπαιζα συνεχώς μέχρι τα 25 που πήγα φαντάρος. Με τον Μαυροματίδη ανεβάσαμε ένα αντιπολεμικό έργο ενός Γερμανού στρατιώτη, αντιφρονούντα, μια φρικιαστική ιστορία για τον πόλεμο του Βόλφκανγκ Μπόρχερτ με τίτλο “Ο Περιθωριακός ή έξω μπροστά στην πόρτα”. Αυτός ήταν και πρώτος μου ρόλος, έκανα τον Θάνατο. Είχε έρθει, θυμάμαι, πολύς κόσμος να το δει. Οι περισσότεροι φοιτητές. Ένας συμφοιτητής που κάναμε μαζί εργαστήρια, λέγαμε διάφορα, όταν τον ρωτήσαμε με τον συγκάτοικό μου που έπαιζε κι αυτός, πώς του φάνηκε το έργο, έκλαιγε, ήταν βουρκωμένος για μας… Και είπα τώρα, πώς έγινε αυτό; Η παράσταση αν και ήταν ‘βαριά’ ήταν πολύ όμορφη.

Συμπληρωματικά λειτούργησε κι ένα ακόμη γεγονός. Ένας φίλος μου, ο Βαγγέλης, να’ναι καλά, μου έκανε δώρο σε γενέθλια, ένα βιβλίο με τα άπαντα του Πολ Ελυάρ. Μέχρι τότε, αν και είχα κάνει απόπειρες να διαβάζω λογοτεχνία, έχοντας τον μεγάλο μου αδερφό βιβλιοφάγο αλλά και τον μικρό, δεν τα είχα καταφέρει και διάβαζα μόνο κόμικ. Με την ποίηση έπαθα ‘ταράκουλο’, άρχισα να διαβάζω και μετά συνέχισα με τα θεατρικά και αργότερα λογοτεχνία. Ενώ έπαιζα κοντά 10 χρόνια ερασιτεχνικά και ημι-επαγγελματικά, κι αφού είδα ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό, θέλησα να δοκιμάσω και κάτι παραπάνω. Το 2009 παράτησα τη δουλειά του μηχανολόγου που έκανα για χρόνια κι έφυγα για την Αθήνα για να σπουδάσω θέατρο. Επειδή δεν υπήρχε το μπάτζετ για να πηγαίνω σε σχολή χωρίς να δουλεύω, αποφάσισα να δουλεύω τα Σαββατοκύριακα και κάποια 3ήμερα. Είχα την τύχη και την ευλογία να γνωρίσω τον Τάσο Χαλκιά που είχε τη Δραματική Σχολή “Πρώτη Πράξη”. Πέρασα από συνέντευξη, με δέχτηκε στη σχολή και μου πρόσφερε υποτροφία για το δεύτερο και το τρίτο έτος της σχολής.

Αν κάποιος έφηβος σου έλεγε ότι του αρέσει πολύ το θέατρο και θέλει να γίνει ηθοποιός, τι θα του έλεγες;
Θα του έλεγα να πάει σε μια ομάδα να δει τι γίνεται. Να πάρει μια μυρωδιά. Να δει αν του αρέσει. Επειδή ένα κομμάτι στο θέατρο είναι το φαίνεσθαι, η αμεσότητα της εικόνας. Υπάρχει αυτό στο θέατρο αλλά έχει ένα μεγάλο υπόβαθρο. Πρέπει να είναι έτοιμος να μελετήσει, να ασχοληθεί σοβαρά με τη μουσική, τον χορό, τον ρυθμό, την ορθοφωνία. Οπότε αν έχει έρθει γι’αυτό που του έχει δημιουργήσει το ισταγκραμ, θα δει ότι τελικά δεν είναι μόνο φώτα, παρουσίαση κλπ έχει πολλή δουλειά, να το ξέρει.
Θυμάμαι στη Σχολή του Χαλκιά, να τελειώνει το μάθημα 10-11 το βράδυ και μετά να πρέπει να καθίσεις όλη νύχτα να κάνεις πρόβα. Είναι βέβαια στη δική σου ευχέρεια. Ο δάσκαλος λέει ‘σου βάζω να παίξεις τρία κομμάτια’ από π.χ. τον “Γυάλινο κόσμο” του Τενεσί Ουίλιαμς, τον “Βασιλιά Ληρ” του Σαίξπηρ και το ‘Κατά φαντασίαν ασθενής’ του Μολιέρου, κάπου 270 σελίδες όλα μαζί. Και πρέπει να είναι έτοιμα την επόμενη εβδομάδα. Μπορεί να έχεις όμως να διαβάσεις άλλα 15 έργα. Αν κάποιος π.χ. δούλευε ως τις 3 το απόγευμα, ερχόταν στη σχολή, γυρνούσε σπίτι του στις 12:30 κι έπρεπε να διαβάσει ένα έργο, αν είχε συνείδηση, έχανε τον ύπνο του και το διάβαζε. Κι εγώ που δούλευα Σαβ/κο είχε τύχει να γυρίσω από το σερβίρισμα 6 το πρωί και να κάτσω να διαβάσω για την πρωινή πρόβα στις 11… ε αυτοί είναι οι ρυθμοί.
Ως σκηνοθέτης πώς λειτουργείς; Έχω ακούσει ότι υπάρχουν σκηνοθέτες που αφήνουν τον ηθοποιό κάπως ελεύθερο και άλλοι που είναι πιο κατευθυντικοί στη δουλειά τους. Εσύ, με ποιον τρόπο δουλεύεις;
Να σου πω την αλήθεια δεν έχω συγκεκριμένο τρόπο. Συμβαίνει σε έργα που έχω σκηνοθετήσει να δώσω οδηγία και για την ανάσα, το παραμικρό βήμα αλλά ένιωθα ότι έτσι έπρεπε να γίνει, έτσι ήταν το έργο, έτσι θα το έστηνε ο συγγραφέας. Είναι άλλες φορές που νιώθω ότι αυτό δε χρειάζεται και θέλω να δω την έντονη παρουσία του ηθοποιού μέσα σ’αυτό, την προσωπικότητα του άλλου, να βάλει πράγματα μέσα σ’αυτό. Οπότε τον αφήνω ελεύθερο να δω πράγματα. Αν δεν τραβάει μετά, καθοδηγώ με ένα τρόπο πάνω σε πράγματα που έχω πάρει από τον ηθοποιό. Υπάρχουν βέβαια έργα -τα περισσότερα, αν όχι όλα, είτε που έχω παίξει είτε που έχω σκηνοθετήσει και μετά από χρόνια να πω ότι τώρα θα τα έκανα διαφορετικά.

Το θέατρο έχει ένα κομμάτι μαζοχιστικό. Π.χ. το να αγωνιστείς για 3 μήνες, να ταξιδέψεις με τη φαντασία σε μονοπάτια που δε θα πήγαινες ποτέ, να δοκιμάσεις τον εαυτό σου για 2 ώρες που θα παίξεις, θα πεις αξίζει τον κόπο; Δεν είναι εύκολο. Δεν είναι τυχαίο που ένα μεγάλο κομμάτι των ηθοποιών παθαίνει πάρκινσον μεγαλώνοντας, γιατί το νευρικό σύστημα το υποβάλλεις. Δε γίνεται την ώρα που παίζεις, εκτός από τον ρόλο σου να μη σκέφτεσαι τίποτε άλλο. Να ζαλιστείς π.χ. πάνω στη σκηνή και κανείς να μην καταλάβει το παραμικρό. Δεν είναι απλό. Ταράζει το νευρικό σύστημα.
Εγώ λέω στα παιδιά: ‘εμείς πάμε σωματικά’. Αντιμετωπίζουμε τον ρόλο σωματικά και μηχανιστικά, δεν πειράζουμε την ψυχούλα μας, άμα θέλουμε να κλάψουμε δε θα σκεφτούμε τη γιαγιά μας που πέθανε πέρσι, γιατί θα εμπλακούμε συναισθηματικά και θα χάσουμε τον έλεγχο. Αν κλάψω ως Βασίλης που παίζω τον Ρομπέν των Δασών και εμπλακώ συναισθηματικά θα χάσω τον έλεγχο. Και το τελευταίο που θες στη σκηνή είναι αυτό. Γιατί το θέατρο είναι η απόλυτη ακρίβεια και ο απόλυτος έλεγχος. Ξέρεις ανά πάσα στιγμή πώς θα αρθρώσεις, που θα φωνάξεις στο 100% , αν δεν το ξέρεις υπάρχει πρόβλημα. Το συναίσθημα είναι ένα, είτε πλαντάζουμε στο κλάμα είτε γελάμε, η χαρά της δημιουργίας. Αν πρέπει να κλαις, κλαις, αλλά μέσα σου χαίρεσαι με αυτό που βλέπει ο κόσμος και βγαίνει ο ρόλος κ δημιουργείς εκείνη την ώρα. Δε γίνεται να κλαις κ μέσα σου. Μετά είναι δεδομένο ότι θα πας σε καταχρήσεις. Πώς θα συνέλθες.
Στις θεατρικές ομάδες που συντονίζεις τι είναι εκείνο που προσπαθείς να πετύχεις; Πού θέλεις να φτάσεις;
Στην πρώτη θεατρική ομάδα που συμμετείχα είχαμε φτιάξει μια τέτοια ωραία χημεία, είχαμε χτίσει σχέσεις ζωής. Όπως με τον Δημήτρη που είχαμε να βρεθούμε 10 χρόνια και ξαναβρεθήκαμε το καλοκαίρι, και κάναμε παρέα ξανά, γνωρίστηκαν τα παιδιά μας.
Κι αυτό προσπαθώ να εμφυσήσω στα νέα παιδιά, στις ομάδες. Να βλέπεις τον άλλο την άλλη μέρα στο πεζοδρόμιο και να μην κάνεις πως δεν τον είδες. Αλλά να πας να τον χαιρετήσεις με χαρά και με όλη σου την ψυχή γιατί το προηγούμενο βράδυ ιδρώνατε μαζί για κάτι, για μια δημιουργική στιγμή λίγων λεπτών. Πολύ περισσότερο από το να κάνουμε μια παράσταση που να σαρώσει, σου μιλάω ειλικρινά μέσα από την ψυχή μου, με ενδιαφέρει τα παιδιά που θα παίξουν, να αγαπηθούν και να αλληλοστηρίζονται σε οποιαδήποτε φάση και να βρεθούν και σε 20 χρόνια και να είναι σα να έχει περάσει μια μέρα. Εμένα αυτό με αφορά στο θέατρο.
Επίσης, είναι σημαντικό να έχει δημιουργηθεί τέτοιο κλίμα στην ομάδα, που από μόνη της να μπορεί τα στοιχεία που τη διαβάλλουν να τα απορρίπτει και να τα διώχνει. Δηλαδή είναι χαρά μου η ομάδα που καθοδηγώ να φτάσει σε σημείο να μη με έχει ανάγκη. Κι αυτός είναι ο στόχος τελικά.

Μιας και είπαμε για ομάδες, αυτό που γίνεται στις Μαργαρίτες με τα Boudalia και τις παραστάσεις σας θεωρώ ότι είναι κάτι μοναδικό, υπέροχο και θα έλεγα ελπιδοφόρο.
Τα παιδιά παλεύουν και γράφουν κάθε χρόνο. Είναι δύσκολο να γράφεις χιουμοριστικά με τόσα αντι-χιουμοριστικά που συμβαίνουν. Ευελπιστώ ο κόσμος να κατάλαβε τους προβληματισμούς που είχε το κείμενο. Γιατί όλα γίνονται με ταχύτητες ασύλληπτες. Με πολλή κούραση και βάρος.
Πώς καταφέρνεις να συντονίζεις τόσο κόσμο;
Δεν είναι εύκολο. Είναι πάρα πολλά άτομα, πολύ δυνατές προσωπικότητες, είναι οι συγγραφείς που παίζουν,είναι πάρα πολύ δύσκολο στον χώρο που γίνεται, με τον τρόπο που γίνεται, δύσκολο όχι μόνο από την πλευρά τη δική μου αλλά από την πλευρά όλων. Μακάρι να γίνει ένας χώρος όπως αξίζει, ένα πολιτιστικό κέντρο με αθλητισμό και διάφορες δράσεις κι ένα θέατρο ώστε να έχουμε περισσότερο χρόνο, ενέργεια και ηρεμία.
Είσαι ηθοποιός και σκηνοθέτης. Διδάσκεις, σε θεατρικά εργαστήρια, εφήβους και ενήλικες. Τι μαθαίνουν οι μαθητές σου από εσένα για την προσωπικότητά τους και τη σχέση τους με το θέατρο ή με τον δάσκαλο;
Πρέπει να έχεις πίστη στον εαυτό σου και να βγαίνεις στη σκηνή και να είσαι 100 τοις εκατό παρών, να πεις ναι θα τα δώσω όλα. Να έχεις πίστη ότι μπορείς να το κάνεις και ταυτόχρονα να έχεις και τη σεμνότητα ότι κάποιος θα μπορούσε να το κάνει πολύ καλύτερα από εσένα. Το επικίνδυνο κομμάτι της δουλειάς είναι να πέσεις στην αλαζονεία και να ψωνιστείς. Ναι πίστεψε ότι είσαι ο καλύτερος αλλά δες και πού έχεις πατήσει. Δεν μπορεί να έχει παίξει ένας Λόρενς Ολιβιέ κι εσύ να νομίζεις ότι είσαι κάποιος.

Στους μαθητές μου λέω: Αν κάποιος σας πει ότι αυτό που κάνετε είναι εξαιρετικά πολύπλοκο και δεν μπορείτε να καταλάβετε τώρα, φύγετε τρέχοντας. Το θέατρο είναι απλό. Καταρχάς πάντα καταλήγει σε μια παράσταση. Ωραία η θεωρία, κι έχω διαβάσει πολύ, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλα αυτά πρέπει να έχουν μια εφαρμογή. Δεν πρέπει να ξεχνάς ότι όταν μιλάς με νέα παιδιά με ψυχή που έχουν όνειρα, δε γίνεται να πεις δεν μπορώ να σου εξηγήσω. Θέλει χρόνο ναι, αλλά να γίνει μια αρχή, να πούμε ότι πάμε σιγά σιγά, αλλά δως μου κάτι. Γι’αυτό λοιπόν τους λέω: Δοκιμάστε με όσους περισσότερους δασκάλους μπορείτε, πάρτε από όσους περισσότερους μπορείτε αλλά αν δείτε πολυπλοκότητα ή δασκάλους που μειώνουν τον μαθητή, φύγετε τρέχοντας. Είναι πολύ απλό να το κάνεις αυτό.
Υπάρχουν κάποιες καταστάσεις στο θέατρο που μπορεί να σε ενοχλούν ή να σε κάνουν να θυμώσεις;
Υπάρχουν πράγματα που με εξοργίζουν. Όταν ο ατομισμός έρχεται να διαταράξει τις ισορροπίες της Ομάδας. Και είναι πράγματα που τα βιώνουμε και στην καθημερινότητά μας. Βλέπεις για παράδειγμα ότι πάει να γίνει κάτι συλλογικό και κάποιος προσπαθεί να το καταχραστεί και να το καπελώσει με τον οποιοδήποτε τρόπο, είτε αφορά την καθημερινότητα είτε την πολιτική, αυτό με χαλάει πολύ.
Στις ομάδες είμαι πάρα πολύ αυστηρός με πολύ συγκεκριμένα πράγματα. Όταν για παράδειγμα νιώθω ότι δεν υπάρχει αλληλοσεβασμός, αγάπη, ευγένεια, συγχώρεση (με την έννοια δίνω χώρο στον άλλο) αυτό είναι κάτι που μπορεί να με εξοργίσει. Κάτι παθαίνω μέσα μου… Απογοητεύομαι και δεν υπάρχει πιο άσχημο πράγμα στο θέατρο από αυτό. Γιατί το θέατρο γοητεύει. Δεν υπάρχει χειρότερο από το να απογοητεύεις και να απογοητεύεσαι.

Πώς πιστεύεις ότι πρέπει να αντιδράμε μπροστά στην ασχήμια, στο κακό; Είσαι αισιόδοξος για το μέλλον;
Πρέπει να μιλάμε. Να λέμε το καλό και το άσχημο όταν το βλέπουμε. Να μιλάμε και λίγο περισσότερο με την έννοια του συγχρωτισμού. Έχουν γίνει τόσα που μας έχουν αποξενώσει και πρέπει να συζητάμε, πάντα από τις συζητήσεις βγαίνουν και εποικοδομητικά πράγματα.
Είμαι φύσει αισιόδοξος αν και τα πράγματα δεν είναι αισιόδοξα. Έτσι είμαι σαν άνθρωπος. Δεν μπορώ να μιζεριάζω, να βουτηχτώ πολύ μέσα στο σκοτάδι. Θέλω να θεωρώ ότι θα πάνε καλύτερα τα πράγματα. Πιστεύω πολύ στις ομάδες, στον κόσμο, στη συντροφικότητα, στην αγάπη. Θεωρώ ότι είναι έννοιες που μπορούν να μας βγάλουν από τη δύσκολη κατάσταση.

Κλείνοντας να αναφέρουμε ότι από σήμερα επανέρχεσαι στο «4 γάμοι και 2 κηδείες» στο Thegarage υπό τις οδηγίες της Ελένης της Δάγκα.
Είχα πολλά χρόνια να παίξω, πόσο μάλλον να με σκηνοθετήσει κάποιος άλλος. Επειδή πάει το μυαλό μου έτσι κι αλλιώς στα σκηνοθετικά, ήταν προσωπικό στοίχημα κατά πόσο θα χαλαρώσω και θα αφήσω την Ελένη να κάνει τη δουλειά της. Αφέθηκα εκατό τοις εκατό, είπα θα λειτουργήσω μόνο ως ηθοποιός. Το έργο πήγε πολύ καλά την περασμένη σεζόν και το Σάββατο ξεκινάμε τις παραστάσεις για τη φετινή.
* Εύχομαι να το απολαύσετε όπως κι εμείς οι θεατές!
Σ’ ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο σου!!








