Ο Μιχάλης Heupel βρίσκεται στην Κρήτη για πολλοστή φορά, για δύο μοναδικές συναυλίες σε Ρέθυμνο και Χανιά μαζί με την πιανίστα Ντόρα Μανιτάκη. Τσέλο και πιάνο σε μία μοναδική σύμπραξη σήμερα Δευτέρα βράδυ στο Ρέθυμνο και την Τετάρτη στα Χανιά. Συναντήσαμε από κοντά τον Μιχάλη Heupel και μας μίλησε για τη ζωή του, την αγάπη του για τη μουσική, το τσέλο και για την πορεία του μέχρι σήμερα!

Πες μας ποια είναι η σχέση σου με την Ελλάδα και με την Κρήτη γενικότερα;
Έλληνας είμαι (γέλια) ο πατέρας μου είναι Γερμανός και η μητέρα μου Ελληνίδα. Μεγάλωσα μεταξύ Αθήνας και Κρήτης αλλά πλέον ζω στην Γερμανία αφού πήγα για σπουδές και έμεινα εκεί. Με την Κρήτη έχω μία ιδιαίτερη σχέση και η ιστορία ξεκινάει πολλά χρόνια πριν. Η μητέρα μου κάποτε, όταν ήταν αεροσυνοδός στην Ολυμπιακή, για κάποιο λόγο έμεινε στο νησί λίγο παραπάνω και το ερωτεύτηκε. Γύριζε το νησί εκείνες τις ημέρες, το λάτρεψε και της έμειναν αυτές οι εικόνες. Αφού γεννήθηκα εγώ είχαμε εκείνη την περίοδο έναν καλό οικογενειακό φίλο στο σπίτι μας, τον σκιτσογράφο Σπύρο Ορνεράκη, ο οποίος κατάγονταν από το Νέο Χωριό Αποκόρωνα. Τα καλοκαίρια λοιπόν όταν δεν πήγαινε ο ίδιος στο χωριό κατεβαίναμε εμείς, αποφασίζοντας μετά από καιρό να πάρουμε και το δικό μας σπίτι εκεί. Έτσι η σχέση μας με την Κρήτη θεμελιώθηκε που λέμε. Καταγωγή από Κρήτη από επιλογή πλέον.
Πιστεύεις ότι ήταν αναπόφευκτο να ασχοληθείς με την μουσική; Έπαιξε ρόλο το οικογενειακό περιβάλλον;
Ήταν αναπόφευκτο να ασχοληθώ με την τέχνη γενικά θα πω εγώ. Και οι δύο γονείς μου ήταν καλλιτέχνες, η μητέρα μου χορεύτρια και καθηγήτρια χορού μπαλέτου κι ο πατέρας μου ζωγράφος. Η μεγάλη μου επανάσταση ήταν να μην κάνω τίποτα απ τα δύο, αλλά με την μητέρα μου από νωρίς να με οδηγεί στα μονοπάτια της μουσικής σκεπτόμενη ότι η μουσική σε ετοιμάζει στο να μην έχεις μαθησιακές δυσκολίες και γενικά είχε την άποψη ότι βοηθάει στην εξέλιξη του παιδιού.
Ποιο ήταν το όργανο με το οποίο είχες την πρώτη σου επαφή;
Ξεκίνησα με φλογέρα και λίγο πιάνο με τη γιαγιά μου. Όπως καταλαβαίνουμε εκείνες τις εποχές πιάνο, γαλλικά και μπαλέτο ήταν λογικό να υπάρχουν στην καθημερινότητα. Όταν όμως άκουσα το βιολοντσέλο μου έμεινε η αλήθεια στο μυαλό. Μία εικόνα που ξεκινάει από εικονογραφημένα μουσικά παραμύθια με ηχητικές υποκρούσεις σε κασέτα που συνόδευαν τις ιστορίες και ζωγραφιές. Εκεί ήταν η πρώτη μου επαφή. Ένιωσα μία τόσο μεγάλη χαρά μέσα μου που ζήτησα να μάθω το όργανο που άκουσα εκείνη τη στιγμή. Αυτό.
Γιατί στο Αμβούργο; Κι όχι σε κάποια άλλη πόλη της Γερμανίας ή της Αυστρίας;
Ξεκινώντας από το Ανόβερο τις σπουδές μου πήγα μετά στο Αμβούργο γιατί ήθελα να σπουδάσω βιολοντσέλο δίπλα σε έναν διάσημο Φιλανδό καθηγητή. Ο οποίος ενώ ήταν στη Φιλανδία κατέληξε στο Αμβούργο για καλή μου τύχη. Ήταν κι ένας από τους αγαπημένους μου αφού είχα ηχογραφημένες δουλειές του και μάθαινα πάνω σε αυτές. Και όπως ήταν φυσικό ξεκινώντας τις σπουδές μου εκεί άρχισα και τις επαφές μου στο χώρο της μουσικής στην πόλη όπως επίσης και να δουλεύω εκεί οπότε κι εγκαταστάθηκα εκεί μόνιμα. Ξεκίνησα να διδάσκω, να παίζω στο εθνικό θέατρο της Γερμανίας, στο εθνικό μπαλέτο νέων που έχει έδρα το Αμβούργο και πλέον κάνω εκεί και το διδακτορικό μου.

Είναι δύσκολο να ασχοληθεί κάποιος με το βιολοντσέλο;
Σαν όργανο είναι αρκετά δύσκολο, ίσως απ τα πιο δύσκολα θα έλεγα. Πέρα από την ακρίβεια που χρειάζεται κάποιος για να παίξει, χρειάζεται και αρκετά μεγάλη σωματική δύναμη. Ή τρόπους ώστε να διοχετεύει το βάρος του σώματός του έτσι ώστε να μπορεί να παίζει χωρίς να σφίγγετε τόσο πολύ γιατί στο τέλος δεν θα αντέξεις. Αυτή είναι η μεγαλύτερη δυσκολία στην ουσία. Είναι το όργανο, όπως λέω και στα παιδιά όταν τους κάνω μάθημα, που το αγκαλιάζεις για να παίξεις και το νιώθεις πάνω σου. Πρέπει να σε ακουμπήσει και κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Έχεις εμφανιστεί ως σολίστ σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και σίγουρα έχεις παίξει σε μεγάλες αλλά και σε μικρές αίθουσες. Τι είναι αυτό που κρατάς από κάθε σου εμφάνιση;
Η μουσική έχει την ιδιαιτερότητα να μπορεί να μιλάει ταυτόχρονα σε ένα μεγάλο κοινό, σε μία μεγάλη αίθουσα και παράλληλα να «λέει» σε κάθε έναν κάτι διαφορετικό. Αντίστοιχα για τον μουσικό που παίζει πάνω στη σκηνή, όταν υπάρχει αυτή η σύνδεση που δημιουργείται μέσω της μουσικής μεταξύ του κοινού και του ερμηνευτή, υπάρχει μία μαγεία που συνήθως είναι αυτό που μένει μετά από το τέλος αυτής. Υπάρχουν και συναυλίες σε μικρούς χώρους όπως μπαρ ή μέσα σε ένα κομμωτήριο που μου είχαν προτείνει και είχα παίξει που η μαγεία είναι αντίστοιχη μεγαλύτερων χώρων και κοινού.
Στις εμφανίσεις σου παίζεις γενικά γνωστά κομμάτια που είναι αναγνωρίσιμα ή μουσικές που ενδεχομένως δεν τις γνωρίζει το κοινό;
Εμένα μ αρέσει να ιντριγκάρω λίγο το κοινό. Μ αρέσει να παίζω άγνωστα κομμάτια, μουσικές που το κοινό δεν είναι συνηθισμένο να ακούει. Αν και στις συναυλίες φέτος το πρόγραμμα είναι αρκετά κλασσικό. Βέβαια έχει κομμάτια 300 χρόνων που ξέρουμε αλλά και κομμάτια που ούτε στο εξωτερικό τα γνωρίζουν πολύ καλά, τα οποία τα βρήκα μέσω του διδακτορικού μου και τα ενσωμάτωσα στο πρόγραμμα. Στα Χανιά για παράδειγμα που έκανα κάποιες συναυλίες σόλο για χρόνια, συγκεκριμένα στις 29 Δεκεμβρίου στην Καθολική εκκλησία, ξεκινούσα με έργα Μπαχ, που είναι πιο προσβάσιμα στο κοινό και κατέληξα να παίζω πρώτες εκτελέσεις έργων πολύ ιδιαίτερων και άγνωστα γενικά.
Οι μουσικοί και συγκεκριμένα της ποιότητας και του επιπέδου σαν του δικού σου ακούν διαφορετικές μουσικές; Κι αν ναι, λειτουργεί θετικά;
Απαραιτήτως. Πρώτα απ όλα η μουσική είναι κάτι το ζωντανό, άσχετα αν έχει γραφτεί πριν από 300 χρόνια, όταν εμφανίζεσαι μπροστά στο κοινό και παίζεις ένα τέτοιο έργο πρέπει να το αποδώσεις στο κοινό του σήμερα. Να το μεταφέρεις στο σήμερα, να δημιουργήσεις μία γέφυρα σε αυτά τα δύο σημεία του χρόνου που υπάρχει απόσταση. Το να έχεις λοιπόν ακούσματα μουσικά του σήμερα και της σημερινής κουλτούρας είναι άκρως σημαντικό. Ακούω όλων των ειδών τη μουσική αλλά όχι όλες τις μουσικές. Με ενδιαφέρουν τα διαφορετικά είδη μουσικής, έχω παίξει για παράδειγμα και με κρητική λύρα μαζί. Επίσης με ενδιαφέρει και η μουσική σε σχέση με τις υπόλοιπες τέχνες, όπως το θέατρο, το μπαλέτο. Χορογραφίες του σήμερα με παλαιότερη μουσική, θεατρικά επίσης του σήμερα με μουσικές άλλων αιώνων και πάει λέγοντας. Γενικά η μουσική με ενδιαφέρει πάρα πολύ, αυτό είναι το μόνο σίγουρο.

Όταν δεν κάνεις εμφανίσεις και κάποια Live σε πόλεις της Ευρώπης, πως γεμίζεις το χρόνο σου; Ποια περίοδος είναι λιγότερο δημιουργική για σένα, αν υπάρχει;
Όταν κάποιος διδάσκει, γυρίζει τον κόσμο και δίνει συναυλίες και ταυτόχρονα κάνει το διδακτορικό του πίστεψε με δεν έχει ελεύθερο χρόνο. Μόνο την περίοδο του κορονοϊού είχα ελεύθερο χρόνο, όπως και πολλοί άλλοι. Αν και εκείνη την περίοδο η μελέτη που έκανα με το βιολοντσέλο ήταν αρκετή και καθημερινή.
Υπάρχει ο κίνδυνος στο διαδίκτυο να μην μεταφερθεί σωστά η δουλειά κάποιου καλλιτέχνη στην νέα πραγματικότητα που έχει να κάνει τα socials συγκεκριμένα;
Σίγουρα, αν και αυτό μπορεί να είναι και θετικό και αρνητικό. Στο διαδίκτυο πιστεύω δεν φαίνεται τόσο πολύ η δουλειά που γίνεται πριν δημοσιευθεί. Η δουλειά του μουσικού για μένα αποτελείται από ένα 90% της δουλειάς που θα γίνει πριν την δει το κοινό και το 10% η στιγμή της παράστασης. Για την σημερινή παράσταση στο Ρέθυμνο και την μεθαυριανή παράσταση στα Χανιά εγώ έχω δουλέψει 2 μήνες τώρα. Στα θετικά θα πω ότι είναι απαραίτητο να χρησιμοποιείς το διαδίκτυο πλέον για να προβάλλεις τη δουλειά σου με αποτέλεσμα πηγαίνοντας να παίξω κάπου στη Γερμανία ας πούμε να με ξέρουν ήδη.
Σε επηρεάζει η πραγματικότητα και όλα αυτά που γίνονται γύρω μας ή με την μουσική ξεφεύγεις και λειτουργεί σαν φάρμακο;
Φυσικά και με επηρεάζει η πραγματικότητα που ζούμε γύρω μας και δεν ξέρω αν η μουσική με βοηθάει τόσο να ξεφεύγω. Με βοηθάει θα έλεγα στο να διαχειρίζομαι κάποιες καταστάσεις και συναισθήματα. Με κάποιο τρόπο το βιολοντσέλο λειτουργεί σαν ανιχνευτής της δικής μου κατάστασης. Όταν έχεις ας πούμε θυμό μέσα σου, για κάποιο λόγο, δεν θα ανταποκριθείς, δεν θα παίξεις όπως ξέρεις με αποτέλεσμα να πρέπει να ηρεμήσεις, να βγεις από τη δύσκολη κατάσταση για να αποδώσεις. Άρα επιστρέφεις σε μία νορμάλ κατάσταση που είναι και το ζητούμενο. Σε θεραπεύει κατά κάποιο τρόπο. Νομίζω ότι είναι και ο ρόλος της μουσικής αυτός, να διαχειρίζεσαι συναισθηματικά και ως ακροατής και ως ερμηνευτής πράγματα που συμβαίνουν γύρω σου μέσω αυτής.
Έχεις πει ότι σε ενδιαφέρουν οι παρουσιάσεις που κάνεις για παιδιά, στις οποίες πρωταρχικός στόχος δεν είναι να μάθεις στα παιδιά μουσική αλλά περισσότερο να εξάψεις την περιέργεια και την φαντασία τους. Μίλησε μας γι αυτό
Ξεκίνησα προσπαθώντας να δείξω ότι υπάρχει ένας πολύ δημιουργικός τρόπος να ακούσει κάποιος μουσική, με έργα Μπαχ που στα γερμανικά σημαίνει ρυάκι. Η κίνηση της μουσικής του Μπαχ με το σχήμα του ρυάκι είχαν άμεση σχέση και προσπάθησα να τους βάλω να το φανταστούν, να τα συνδυάσουν. Πως ξεκινάει το ποτάμι, την πορεία του και που καταλήγει. Τα παιδιά το είδαν πολύ δημιουργικά, να βλέπουν μέσα από τη μουσική μία ιστορία και να την φαντάζονται, κάτι το οποίο τους έβγαλε και διάφορα συναισθήματα. Απ αυτό ξεκίνησε το ενδιαφέρον μου με τις παρουσιάσεις και το δοκίμασα θα σας πω και με τους μεγάλους με απόλυτη επιτυχία. Λειτούργησε μία χαρά σε όλες τις ηλικίες.

Αν ρωτήσουμε τον μικρό Μιχάλη αν φανταζόταν τη ζωή του όπως είναι σήμερα η δική σου τι θα μας έλεγε; Ή τι θα άλλαζε, αν υπήρχε κάτι να αλλάξει;
Ο μικρός Μιχάλης θα αναρωτιόταν αν εγώ είμαι ευτυχισμένος με αυτά που κάνω και νομίζω ότι θα έπαιρνε θετική απάντηση. Νομίζω αυτό το έχω πετύχει. Είμαι ευτυχισμένος με τη ζωή μου στο Αμβούργο, που ακόμα έχω όλη αυτή την όρεξη να κυνηγάω πράγματα και να έχω στόχους. Νομίζω ότι και ο μικρός Μιχάλης αυτό ήθελε, να το ψάξει αρκετά, να δει που μπορεί να πάει όλο αυτό, να ανακαλύψει καινούργια πράγματα στη μουσική, όπως ακριβώς κάνω εγώ σήμερα. Έκανα το πρώτο μου σεμινάριο 14 χρονών, καλοκαίρι στη Γερμανία, η πρώτη μου επαφή στο εξωτερικό σε τέτοιο επίπεδο, με άτομα μεγαλύτερά μου και σε ηλικία αλλά και σε γνώσεις. Θυμάμαι ότι μετά το σεμινάριο επέστρεψα στην Κρήτη και όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι μελετούσα τις κλίμακες και ό,τι είχα μάθει στο εκεί. Μου άρεσε που έκανα πράγματα, που γνώριζα μουσική επιπέδου και ήθελα να μάθω όλο και περισσότερα γύρω από αυτό.
Πιστεύεις στο ταλέντο ή στην πολλή δουλειά κάποιου για να διακριθεί;
Σίγουρα και τα δύο, αλλά ένα μεγάλο μέρος αυτού που ονομάζουμε ταλέντο είναι και η θέληση για δουλειά. Ταλέντο για μένα είναι και το να θέλεις να δουλέψεις αρκετά. Όταν σου έρχονται τα δύσκολα να μπορείς να ανταπεξέλθεις για να μπορείς και να διακριθείς, δεν γίνεται αλλιώς. Ένας που δεν έχει ταλέντο θα φτάσει μέχρι ένα συγκεκριμένο επίπεδο, όσο και να προσπαθήσει. Μέχρι εκεί. Δεν θεωρώ σπάνιο να έχεις ταλέντο στη μουσική, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι με ταλέντο και γι αυτό διακρίνονται, αλλά θέλει δουλειά για το κάτι παραπάνω.
Η πρώτη σου δισκογραφική δουλειά, με τον τίτλο “Afierossis”, απέσπασε τις καλύτερες κριτικές από τον τύπο και επιλέχθει από το ίδρυμα Violoncello Foundation USA ως μία από τις 5 καλύτερες ηχογραφήσεις για βιολοντσέλο του έτους 2017. Μίλησε μας γι αυτή την πρώτη σου δισκογραφική δουλειά.
Μετά τις σπουδές μου άρχισα να ασχολούμαι πολύ εντατικά με τη σύγχρονη μουσική για να μάθω τις καινούργιες τεχνικές του βιολοντσέλου. Ψάχνοντας μετά και δουλεύοντας με άλλους μουσικούς, που κι αυτοί είχαν ψάξει αυτόν τον τομέα είχα πολλά περιθώρια να επεκτείνω τις γνώσεις μου. Αποτελείται λοιπόν από έργα σύγχρονων συνθετών από τον 20ο και τον 21ο αιώνα. Μέσα σε αυτά τα έργα ήταν και μία «Κρητική» σουίτα μίας συνθέτριας της Έφης Μαρκουλάκη, η οποία την έγραψε για μένα και ήταν αφιερωμένο επίσης σε εμένα.
Δική σου μουσική εξ ολοκλήρου πως και δεν έχεις γράψει ακόμα;
Υπάρχει για μένα η μουσική που δημιουργείς και η ερμηνεία. Όταν κάποιος ασχολείται με την ερμηνεία, που ασχολείσαι με ένα γνωστό έργο και πρέπει να βγάλεις καινούργια πράγματα μέσα από αυτό, είναι ήδη ένα πολύ ευρύ πεδίο δημιουργίας. Δεν εξαντλείται εύκολα αυτός ο «κόσμος» της δημιουργίας στην ερμηνεία και έχει μεγάλες απαιτήσεις για να δείξεις κάτι ακόμα περισσότερο απ αυτό που έχει ήδη ακουστεί. Η αλήθεια είναι ότι είχα γράψει ένα τραγούδι για τη λίμνη του Κουρνά όταν είχε γίνει κάποτε ένα μεγάλο φεστιβάλ μουσικής εκεί. Εγώ είχα γράψει τη μουσική και η Μαρία Καλεμάκη τους στίχους. Είχα παίξει πάνω σε μία πλωτή εξέδρα το 2012 σόλο, με μία φωνή.
Τι θα ακούσουμε σήμερα στο Ρέθυμνο και μεθαύριο στα Χανιά από εσένα και την πιανίστα Ντόρα Μανιτάκη;
Φέτος, σε σχέση με την περσινή μου εμφάνιση με την Dulguun Chinchuluun, το πρόγραμμα είναι πιο βαρύ. Είναι μεγάλα έργα σε διάρκεια του ρεπερτορίου του βιολοντσέλου. Δύο έργα πολύ γνωστά, η τρίτη σονάτα του Μπετόβεν, που είναι ίσως η πιο γνωστή σονάτα για τσέλο και πιάνο. Είναι επίσης το πρώτο έργο στο οποίο το βιολοντσέλο και το πιάνο είναι ισάξια, στέκονται απέναντι ισάξια το ένα στο άλλο. Το πρώτο μισό της συναυλίας είναι μία Μπαρόκ σονάτα που δείχνει το παλιό στυλ και η σονάτα του Μπετόβεν που δείχνει το νέο τρόπο. Στο δεύτερο μισό της συναυλίας είναι ρομαντικά τα έργα, αλλά απ΄ τον 20ο αιώνα. Ήθελα φέτος να πάμε πιο βαθιά, είναι μεγάλα σε διάρκεια και περνάς από όλα τα στάδια, σαν μία ολόκληρη ζωή. Τις λύπες, τις χαρές, τους έρωτες, τις απογοητεύσεις, όλα.
Πες μας γι αυτήν την συνύπαρξη με την πιανίστα Ντόρα Μανιτάκη. Πως δημιουργήθηκε;
Γνωριζόμασταν από παλιά με την μητέρα της, την Μαρίνα Μανιτάκη. Κάποτε όταν είχα παίξει στα Χανιά, το 2009 στο πρώτο μου ρεσιτάλ στην Κρήτη, μου έγραψε μία κριτική σε τοπική εφημερίδα των Χανίων η μητέρα της και μου έκανε τρομερή εντύπωση. Μία πολύ ωραία και εμπεριστατωμένη κριτική. Γνωριστήκαμε έκτοτε και πάντα μου έλεγε ότι ήθελε να με δει να παίζω με την κόρη της, την Ντόρα. Βέβαια δεν κατάφερε να μας δει, αφού την χάσαμε πριν ακριβώς 5 χρόνια, αλλά το timing τώρα ήταν το σωστό με την Ντόρα. Έτσι θέλω να πιστεύω. Θέλαμε και οι δύο να κάνουμε ένα ρεπερτόριο με σημαντικά έργα. Κι εκείνη έχει σπουδάσει έξω, στο Σάλτσμπουργκ, έχει παίξει πολλά απ΄ αυτά τα έργα ήδη και το σημαντικότερο ήταν ότι εδώ στην Κρήτη δεν έχει και την ευκαιρία εύκολα να παίξει με άλλους βιολοντσελίστες.
Τι θα κάνεις το υπόλοιπο καλοκαίρι από εμφανίσεις και ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια;
Έχουμε τη συναυλία σήμερα στο Ρέθυμνο, την Τετάρτη στα Χανιά και μετά τις 17 Αυγούστου θα φύγω από Κρήτη για Πελοπόννησο. Θα συμμετάσχω σε ένα σεμινάριο ενός καθηγητή, του Χρήστο Κανέτη που έρχεται από Αυστρία κάθε καλοκαίρι γι αυτό. Με έχει καλέσει να διδάξω και να παίξω μετά στις συναυλίες που θα ακολουθήσουν. Δύο εβδομάδες σεμινάρια και συναυλίες σε όλη τη Πελοπόννησο. Θα επιστρέψω μετά Αμβούργο, ξεκινώντας τις υποχρεώσεις μου εκεί, απ τις 3 Σεπτέμβρη και τα μαθήματα. Έχω και με μία Ελληνίδα βιολίστρια, την Δανάη Μάτσκε, μία συναυλία στο Αμβούργο. Με κάποιους καινούργιους συνθέτες μετά θα ερμηνεύσω έργα σε πρώτη εκτέλεση και θα προσπαθήσω να κατέβω Κρήτη, ξανά, να κάνω τέλος Δεκεμβρίου ό,τι έκανα και παλαιότερα. Μία μουσική βραδιά μέσα στα Χριστούγεννα στα Χανιά, στην Καθολική εκκλησία. Και φυσικά έχω μπροστά μου να ηχογραφήσω ένα μεγάλο ρεπερτόριο για το διδακτορικό μου, το οποίο δεν είναι μόνο επιστημονικό, διατριβή, αλλά έχω και το καλλιτεχνικό έργο το οποίο είναι η ηχογράφηση ενός 2πλου cd με έργα από τις αρχές του 21ου αιώνα.
Σε ευχαριστούμε για την συνάντηση μας, ευχόμαστε κάθε δημιουργία σε ό,τι κάνεις και θα σε απολαύσουμε το απόγευμα στο Ρέθυμνο, στο Ωδείο στις 9:00μμ και στα Χανιά την Τετάρτη στο Μεγάλο Αρσενάλι.
Εγώ σας ευχαριστώ πολύ!

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Μιχάλης Χόιπελ είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες μουσικούς της νέας γενιάς. Η δυναμικές του ερμηνείες και η δημιουργική του προσέγγιση της μουσικής τον έχουν οδηγήσει σε μερικές από τις σημαντικότερες αίθουσες συναυλιών σε ολόκληρο τον κόσμο όπως την Elbphilharmonie και τη Laeiszhalle στο Αμβούργο, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το Carnegie Hall στη Νέα Υόρκη, το Cuvillés Theater στο Μόναχο, το Shanghai Concert Hall στην Κίνα και το Caroline H. Hume Concert Hall στo Σαν Φρανσισκο των ΗΠΑ. Οι σπουδές του με διακεκριμένο καθηγητή Tilmann Wick στο Ανόβερο και τον διεθνούς φήμης βιολοντσελίστα Arto Noras στο Αμβούργο καθώς και πολυάριθμα σεμινάρια με σημαντικούς μουσικούς όπως τους David Geringas, Wolfgang Emanuel Schmidt, Julius Berger, Jens Peter Maintz και το Ensemble Modern, τον βοήθησαν να αναπτύξει την καλλιτεχνική του προσωπικότητα και να διακριθεί σε εθνικούς και διεθνείς διαγωνισμούς. Aπό το 2022 πραγματοποιεί το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο Μουσικής και Θεάτρου του Αμβούργου. Υπήρξε υπότροφος του ιδρύματος Ωνάση, του ιδρύματος Alfred Toepfer και του Πανεπιστημίου Μουσικής και Θεάτρου του Αμβούργου. Η πρώτη του δισκογραφική δουλειά, με τον τίτλο “Afierossis”, για την οποία ηχογράφησε έργα για σόλο βιολοντσέλο του 20ου και 21ου αιώνα κυκλοφόρησε από την εταιρία ARS Produktion και απέσπασε διθυραμβικές κριτικές από τον τύπο. Ο δίσκος επιλέχθει από το ίδρυμα Violoncello Foundation USA ως μία από τις 5 καλύτερες ηχογραφήσεις για βιολοντσέλο του έτους 2017. Το 2021 σε συνεργασία με τον πιανίστα Mario Häring και τη δισκογραφική εταιρία Genuin classics δημοσίευσε το δεύτερο δίσκο του “Continuum”, στον οποίο παρουσίασε έργα με επιρροές από το μπαρόκ. Παίζει σε ένα βιολοντσέλο κατασκευασμένο το 1723 από τον David Tecchler στη Ρώμη.












