Έρευνες έχουν αποδείξει ότι όσο πιο νωρίς ξεκινά η παρέμβαση σε κάποιες δυσκολίες, τόσο πιθανό είναι τα θετικά αποτελέσματα να έχουν μακροχρόνιες επιδράσεις στην ανάπτυξη του παιδιού. Ο εγκέφαλος αναπτύσσεται πολύ γρήγορα στα παιδιά προσχολικής ηλικίας λόγω της πλαστικότητας και παρουσιάζει τις μέγιστες δυνατότητες μάθησης.

Κάθε παιδί έχει το δικό του ρυθμό ανάπτυξης. Κάποια μιλάνε πιο γρήγορα, άλλα καθυστερούν σε σχέση με την ηλικία τους. Κάθε συμπεριφορική απόκλιση ή καθυστέρηση σε κάποια από τα στάδια ανάπτυξης, δεν είναι απαραίτητο ότι χρήζει θεραπευτικής παρέμβασης. Όταν όμως υπάρχουν εμφανείς αναπτυξιακές διαταραχές και σημαντικές δυσκολίες σε ορόσημα που θα έπρεπε ηλικιακά να έχουν κατακτηθεί, η αξιολόγηση από κάποιον ειδικό είναι πολύ σημαντική για να βοηθηθεί το παιδί.
Σύμφωνα με διάφορες μελέτες το 18% των παιδιών με τυπική ανάπτυξη ηλικίας 2- 2,5 χρονών, με καλή αντίληψη του προφορικού λόγου παρουσιάζει περιορισμένο εκφραστικό λεξιλόγιο και δε συνδυάζει λέξεις για την παραγωγή φράσεων. Άλλες φορές αυτά τα παιδιά σε ηλικία 3-3,5 χρονών καταφέρνουν να ξεπεράσουν αυτή τη γλωσσική αργοπορία και σε άλλες περιπτώσεις αυτή η αργή εξέλιξη είναι προμήνυμα συνεχιζόμενης γλωσσικής καθυστέρησης και στη συνέχεια μαθησιακής δυσκολίας.
Η Πρώιμη Παρέμβαση λοιπόν απευθύνεται σε παιδιά προσχολικής ηλικίας και βοηθά στην ανάπτυξη Γνωστικών δεξιοτήτων,(σκέψη, τρόποι μάθησης) Επικοινωνιακών δεξιοτήτων (λόγος, καθυστέρηση ομιλίας, κατανόηση), Κοινωνικές και Συναισθηματικές δεξιότητες (αλληλεπίδραση με τους άλλους, κατανόηση συναισθημάτων, ανάπτυξη παιχνιδιού ανάλογα με την ηλικία του παιδιού)κ.α.
« Σύμφωνα με έρευνες το 70-80% των παιδιών με καθυστέρηση στο λόγο ξεπερνάνε τα προβλήματα και είναι στο ίδιο επίπεδο με τα παιδιά της ηλικίας του. Υπάρχει όμως ένα 20-30% που είναι ένα σημαντικό ποσοστό που δείχνει πως τα παιδιά που δεν πληρούν τις γλωσσικές δεξιότητες μπορεί να παρουσιάσουν μαθησιακές δυσκολίες (ανάγνωση, γραφή) στο σχολείο!».

Σε κάποιες περιπτώσεις η παρέμβαση που δέχεται ένα παιδί στη προσχολική ηλικία μπορεί να βοηθήσει να «κλείσει η ψαλίδα» μεταξύ του ίδιου και των άλλων παιδιών της ίδιας ηλικίας, να μπορέσει δηλαδή το παιδί να είναι έτοιμο για το σχολείο, φτάνοντας μέσω της παρέμβασης, το μέσο όρο ανάπτυξης των παιδιών της ηλικίας του.
Τροποποιώντας, λοιπόν λανθασμένες πρακτικές και συμπεριφορές πριν προλάβουν να παγιωθούν, το παιδί μπορεί να μάθει έγκαιρα ένα καλύτερο τρόπο επικοινωνίας, αναπτύσσοντας δεξιότητες ανάλογα με τις ανάγκες και τα ελλείμματα του κάθε παιδιού. Έτσι διαμορφώνεται ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα θεραπείας, που μέσα από το παιχνίδι στοχεύει να βελτιώσει κάθε γλωσσική διαταραχή.
Σημαντικό κομμάτι είναι η εμπλοκή των γονιών στη διαδικασία, να γίνει κατανοητή και από εκείνους ώστε να περιορίσουν το άγχος και υιοθετήσουν μια πιο λειτουργική και αποδοτική συμπεριφορά. Η από κοινού αντιμετώπιση των δυσκολιών του παιδιού δημιουργεί ένα πολύ πιο αποτελεσματικό πλαίσιο θεραπείας.
Όπως και η συνεργασία όλων των θεραπευτών του παιδιού (ψυχολόγος, εργοθεραπευτής κτλ), ανάλογα με τις δυσκολίες του, για μια πιο στοχευμένη και αποτελεσματική παρέμβαση.
Ένας γονιός που προβληματίζεται για το παιδί του σε θέματα λόγου, ομιλίας, επικοινωνίας, είναι καλύτερο να επικοινωνήσει, να συζητήσει και να συμβουλευτεί ένα λογοθεραπευτή, από το να σκεφτεί, ότι «το παιδί θα τα πει όλα μαζί» ή «θα μεγαλώσει και θα τα μάθει», όπως ακούω από πολλούς γονείς. Μπορεί ένα παιδί να μη χρειάζεται παρέμβαση, αλλά αν χρειάζεται θα κερδίσουμε πολύτιμο χρόνο!


